Χριστούγεννα στα χαρακώματα έτος 1914 !!!



Αφηγήσεις στρατιωτών όπως έζησαν εκείνες της ήμερες!!

Μια φορά κι έναν καιρό, 96 χρόνια πριν η Ευρώπη ολόκληρη σειόταν από τις ιαχές του πολέμου. Όλα είχαν σταματήσει μπροστά στην επέλαση των Γερμανών, εκτός από ένα: ο χρόνος. Ο χρόνος που κυλούσε αμείλικτα και έφερνε κάθε χρόνο στις 25 Δεκεμβρίου, την ημέρα που όλοι περισσότερο από κάθε άλλη φορά, θέλουν να είναι σε ένα σπίτι με ζεστασιά, καλό φαγητό και πάνω απ' όλα μαζί με την αγαπημένη τους οικογένεια .Μια τέτοια μέρα είχε έρθει και τον Δεκέμβριο του 1914, στα χαρακώματα του Δυτικού Μετώπου στα σύνορα Γαλλίας και Βελγίου.


Λίγες μέρες πριν, 101 Βρετανίδες είχαν γράψει μια επιστολή «Στις γυναίκες της Αυστρίας και της Γερμανίας» ζητώντας να σταματήσει ο πόλεμος έστω γι' αυτές τις μέρες των Χριστουγέννων. Ο πάπας Βενέδικτος ο 15ος είχε εκλιπαρήσει τις κυβερνήσεις των χωρών που βρίσκονταν σε πόλεμο, «τα όπλα να σιγήσουν τουλάχιστον τη νύχτα που ψέλνουν οι άγγελοι». Η έκκληση του απορρίφθηκε πάραυτα.Μια μοναδική στην παγκόσμια ιστορία αυθόρμητη συμφιλίωση μεταξύ αντιμαχόμενων στρατιωτικών μονάδων καταγράφηκε τα Χριστούγεννα του 1914, τέσσερις μήνες μετά την έναρξη του Α Παγκοσμίου Πολέμου, στο φοβερό δυτικό μέτωπο. Χιλιάδες Γερμανοί, Βρετανοί και Γάλλοι στρατιώτες άφησαν τα όπλα, βγήκαν από τα χαρακώματα και προχώρησαν σε γιορταστική ανακωχή.

Ενα εκατ. στρατιώτες έγραψαν Ιστορία με ανακωχή μιας ημέρας.
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, γνωστός επίσης ως Μεγάλος Πόλεμος, διήρκεσε από τον Αύγουστο του 1914 μέχρι τις 11 Νοεμβρίου 1918. Αυτό το χρονικό διάστημα ήταν ικανό για να χαθούν 9 εκατομμύρια ζωές. 

Ο Μεγάλος Πόλεμος ήταν ο σκληρότερος και φονικότερος απ όσους η ανθρωπότητα είχε ζήσει μέχρι τότε. Έκρυβε οδυνηρές εκπλήξεις ακόμα και γι αυτούς που ήταν ατσαλωμένοι στη φρίκη του πολέμου.


Για παράδειγμα, πριν από τη μάχη του Σομ στη βορειοδυτική Γαλλία οι αξιωματικοί βεβαίωναν τους μαχητές των αγγλικών μονάδων πως θα ήταν εξαιρετικά εύκολη η επιχείρηση.
Η προέλαση θα έμοιαζε με περίπατο σε πάρκο και δεν θα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους. 

Οι δύο πλευρές έλπιζαν αρχικά σε μια ταχεία προέλαση. Τελικά το δυτικό μέτωπο χαρακτηρίστηκε από τις μακρές σειρές των οχυρωμάτων και τις εκατοντάδες χιλιάδες νεκρών. Ο πόλεμος κινήσεων, που είχαν σχεδιάσει οι στρατηγοί κλεισμένοι στα ασφαλή γραφεία των επιτελείων τους, μετατράπηκε σε στατικό πόλεμο χαρακωμάτων.

ΕΝΑΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΑΝΑΨΕ ΤΟ «ΦΙΤΙΛΙ»
Βγήκαν από τα χαρακώματα, αντάλλαξαν ευχές και δώρα και έπαιξαν όλοι μαζί μπάλα
Το επεισόδιο των Χριστουγέννων του 1914 είναι γνωστό περισσότερο ως θρύλος.


Όμως πρόκειται για μια πραγματική ιστορία. 

Ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο οι στρατευμένοι της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας, που παραμέρισαν τις εντολές των στρατηγών. Βγήκαν από τα χαρακώματα, ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα», τραγούδησαν την «Αγια Νύχτα», έπαιξαν ποδόσφαιρο και αντάλλαξαν τα υποτυπώδη δώρα που θα μπορούσαν να έχουν επάνω τους, τσιγάρα, λίγο κρυμμένο κονιάκ και κουμπιά από τις χλαίνες τους.

Ήταν η πιο αυθόρμητη ανακωχή της παγκόσμιας ιστορίας. Όλα ξεκίνησαν πρόχειρα. Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποιο ήταν το σημείο του μετώπου απ όπου έγινε η αρχή. Γεγονός αποτελεί ότι επεκτάθηκε ταχύτατα, σχεδόν αστραπιαία.

Φαίνεται ότι την πρωτοβουλία πήρε ένας Γερμανός στρατιώτης, που εκτός από τη μητρική του γλώσσα, μιλούσε και αγγλικά. Πρόκειται για τον οπλίτη Μέκελ, όπως αφηγείται σε διασωθείσες επιστολές του ο συστρατιώτης του Κουρτ Τσέμις. Γράφει σχετικά: «Ο στρατιώτης Μέκελ από τον λόχο μου, που για πολλά χρόνια είχε ζήσει στη Βρετανία, φώναξε μιλώντας αγγλικά απευθυνόμενος στο απέναντι εχθρικό χαράκωμα. Γρήγορα άρχισε μια έντονη συζήτηση».

Οι στρατιώτες βγήκαν από τα χαρακώματα. Έσφιξαν τα χέρια και αλληλο ευχήθηκαν «Χαρούμενα Χριστούγεννα». Ο καθένας μιλούσε στη γλώσσα του. Όμως εκείνη η ιδιόρρυθμη Βαβέλ δεν χώριζε τους λαούς. Τους ένωνε.



Ηταν παραμονή Χριστουγέννων. Αυτοί οι πρώτοι, η μαγιά της μεγάλης πρωτοβουλίας, συμφώνησαν την επομένη, που ήταν η μεγάλη μέρα της χριστιανοσύνης, να μη χρησιμοποιήσει κανείς το όπλο του. Να μην υπάρξει πυροβολισμός την ώρα που στο σπήλαιο της Βηθλεέμ αντηχεί το «Επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».



Ο Κουρτ Τσέμις συνεχίζει την αφήγησή του: «Στο χαράκωμά μας είχαμε τοποθετήσει ήδη γιορταστικά δεντράκια και κεριά. Μετά την πετυχημένη συνάντησή μας με τους Άγγλους, βάλαμε ακόμα περισσότερα στολίδια. Οι Άγγλοι έδειχναν τη χαρά τους για τα φωταγωγημένα χαρακώματά μας. Φώναζαν, σφύριζαν και χειροκροτούσαν. Εγώ, όπως και οι περισσότεροι, όλη τη νύχτα την πέρασα ξάγρυπνος. Μπορεί να έκανε κρύο, αλλά ήταν υπέροχα». Ο Τσέμις επέζησε του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Έχασε τη ζωή του περί τα τέλη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, αιχμάλωτος των συμμάχων.



Ήταν μια μικρή ειρήνη, καθώς ο Μεγάλος Πόλεμος μαίνονταν. Ορισμένοι από εκείνους που έχουν ασχοληθεί με το περιστατικό, υποστηρίζουν ότι η επικοινωνία μεταξύ των εμπολέμων διευκολύνθηκε επειδή πολλοί Γερμανοί είχαν εργαστεί προπολεμικά στη Βρετανία, σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Μπράιτον, το Μπλάκπουλ. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι οικογένειές τους βρίσκονταν ακόμα στο νησί.



Χαιρετήθηκαν και άρχισαν να παίζουν ποδόσφαιρο. Μη φαντάζεστε τίποτε οργανωμένο. Μια αυτοσχέδια πάνινη μπάλα βρέθηκε και περίπου 50 άτομα άρχισαν να αλλάζουν πάσες ή μάλλον να κλωτσούν. 



Το ποδόσφαιρο ήταν αναπόσπαστο τμήμα της χριστουγεννιάτικης γιορτής. Τη θέση της μπάλας είχαν πάρει αλλού ένα τενεκεδάκι, αλλού ένας κάλυκας, αλλού κάλτσες δεμένες στρογγυλά. Γίνεται λόγος και για έναν Βρετανό στρατιώτη, που αξιοποίησε εμπορικά την κατάσταση, όντας επιχειρηματικό πνεύμα. 

Ως πολίτης ασκούσε το επάγγελμα του κουρέα. Έτσι, βλέποντας γύρω του τόσα ακούρευτα κεφάλια έστησε στην «ουδέτερη ζώνη» ένα μικρό κομμωτήριο εκ των ενόντων. Αδιαφορούσε για την εθνικότητα του πελάτη του. Απλώς χρέωνε δύο τσιγάρα το κάθε κούρεμα. 
Παραφωνία σ’ όλο αυτό το τρελό πανηγύρι αποτέλεσαν ένας Βρετανός ταγματάρχης και ένας Αυστριακός δεκανέας. Ο Βρετανός ταγματάρχης παρατηρούσε τους στρατιώτες λέγοντας ότι «τον Γερμανό δεν πρέπει να τον κάνεις φίλο, αλλά να τον σκοτώνεις». Διέταζε μάταια τους πάντες να επιστρέψουν στις θέσεις μάχης. Το όνομά του δεν έγινε γνωστό.

Ο Αυστριακός δεκανέας τόνιζε πως «τέτοιες συνεννοήσεις θα έπρεπε να απαγορεύονται αυστηρά». Μερικά χρόνια αργότερα ο δεκανέας αυτός θα αποκτούσε τεράστια φήμη. Το όνομά του ήταν Αδόλφος Χίτλερ. Η ανακωχή των Χριστουγέννων του 1914 απλώθηκε σε όλο το μήκος των 800 χιλιομέτρων του δυτικού μετώπου. Υπολογίζεται ότι αγκάλιασε κάπου ένα εκατομμύριο φαντάρους. 


Ενας στρατιώτης από το Λίβερπουλ, ο Φράνσις Τόλιβερ, επιζήσας κι αυτός του πολέμου, μίλησε αργότερα για τα ομορφότερα Χριστούγεννα της ζωής του.

Η μαρτυρία του ήρθε να προστεθεί στις άλλες φίλων και εχθρών. Καθώς ήταν ξαπλωμένος στη βραχώδη και παγωμένη γη άκουσε από την αντικριστή γραμμή κάποια φωνή να τραγουδά. Ολοι οι στρατιώτες τέντωσαν αυτί για να ακούσουν. Για λίγο έπεσε σιωπή. Την παύση διέκοψε η φωνή ενός στρατευμένου από το Κεντ της Αγγλίας: «Ο Θεός να σας έχει καλά, κύριοι», ευχήθηκε στους απέναντι.

Το επόμενο τραγούδι, που ζέστανε την παγωμένη ατμόσφαιρα, ήταν αυτό που οι Γερμανοί ονομάζουν Stille Nacht, οι Εγγλέζοι Silent Night και οι Ελληνες Άγια Νύχτα. Τα πολεμικά τείχη είχαν πέσει για λίγες ώρες. Οι μάχες θα συνεχίζονταν σε λίγο το ίδιο αδυσώπητες και πολυαίμακτες.
Πολλοί από εκείνους που τραγούδησαν, δεν έμελλε να γυρίσουν στα σπίτια τους. Τη γέννηση του Θείου Βρέφους δεν έμελλε να γιορτάσουν επιστρέφοντας στην ειρηνική δημιουργική ζωή. Ο καταστροφικός πόλεμος τους αφάνισε.

Μια φορά κι έναν καιρό, τα Χριστούγεννα οι άνθρωποι δεν έδιναν ο ένας στον άλλο δώρα, αλλά σφαίρες στην καρδιά. Πολλοί δεν έμεναν μέσα στη ζεστασιά των σπιτιών τους, δίπλα ίσως από ένα τζάκι, αλλά ήταν κλεισμένοι μέσα στα χαρακώματα και έπιναν κονιάκ για να μην πεθάνουν. Σίγουρα όχι μόνο μια φορά κι έναν καιρό, τα Χριστούγεννα δεν έφερναν στον κόσμο την ειρήνη, γιατί αυτός ήταν βυθισμένος μέσα στον πόλεμο. Όμως η φύση του ανθρώπου αποζητά πάντα την ελευθερία, την αγάπη και την ειρήνη, έστω και κατά βάθος.


Οι άντρες όμως των χαρακωμάτων στην περιοχή Υπέρ των γαλλοβελγικών συνόρων ήξεραν ότι απέναντί τους έχουν τον εχθρό και πρέπει να πολεμήσουν. Έτσι τουλάχιστον είχαν μάθει να κάνουν. Όταν όμως στις 24 Δεκεμβρίου, λίγο πριν η μέρα αλλάξει και ακουστούν «οι ύμνοι των αγγέλων», στην πεδιάδα επικρατούσε η απόλυτη σιωπή, οι πολεμιστές ήθελαν μόνο την ειρήνη. Από τη μια πλευρά οι Γερμανοί στρατιώτες και από την άλλη οι Βρετανοί και λίγο παραπέρα οι Γάλλοι προσεύχονταν να γίνει ένα θαύμα.
Το πρώτο βήμα προς την ειρήνη είχε γίνει. Όλες οι πλευρές μάζεψαν τους νεκρούς τους και τους αποχαιρέτησαν με ύμνους. Τελικά το βράδυ αυτό τα όπλα πράγματι σίγησαν για να ακουστούν ύμνοι, τραγούδια και η Ειρήνη. Ο Άγγλος Μπρους Μπάιρνσφάδερ που βρισκόταν εκεί εκείνο το βράδυ ανέφερε σε γράμμα του λίγο αργότερα: 


«Δε θα ήθελα να χάσω αυτά τα μοναδικά και παράξενα Χριστούγεννα για τίποτα στον κόσμο. Εντόπισα έναν Γερμανό αξιωματικό και του είπα ότι θα έπρεπε να μου χαρίσει κάποια από τα φανταχτερά του κουμπιά. Έφερα σύρμα και τα έβγαλα και εγώ σε αντάλλαγμα του χάρισα δυο δικά μου κουμπιά. Το τελευταίο πράγμα που είδα ήταν ένας οπλίτης μας που παλιά ήταν ερασιτέχνης κομμωτής να κουρεύει έναν Γερμανό στρατιώτη που είχε πολύ μακριά μαλλιά».

Τα νέα δε μαθεύτηκαν έξω από το μέτωπο παρά μια εβδομάδα μετά. Τότε ανακάλυψαν ότι αυτό το χαράκωμα δεν ήταν η μόνη περιοχή που τα αντίπαλα στρατόπεδα είχαν συναδελφωθεί έστω για ένα βράδυ. Κάπου μάλιστα αυτή η «παύση» του πολέμου είχε κρατήσει ως και την Πρωτοχρονιά. Οι New York Times ήταν οι πρώτοι που μίλησαν γι' αυτή την άτυπη ανακωχή σε δημοσίευμά τους στις 31 Δεκεμβρίου 1914. Γρήγορα οι βρετανικές εφημερίδες άρχισαν να γράφουν για την «μεγαλύτερη έκπληξη αυτού του γεμάτου εκπλήξεις πολέμου». Σύντομα, φωτογραφίες φτάνουν από το μέτωπο και οι εφημερίδες δημοσιεύουν τις εικόνες Γερμανών και Βρετανών στρατιωτών να τραγουδούν μαζί ανάμεσα στις γραμμές καθώς και γράμματα που έφταναν από το μέτωπο στις οικογένειες των στρατιωτών. Οι New York Times μιλούν θετικά για την φανερή έλλειψη πραγματικής έχθρας ανάμεσα στις δύο πλευρές, ενώ η Mirror, πιο ρεαλιστική, λυπάται γιατί η τραγωδία και ο παραλογισμός θα ξεκινήσουν και πάλι.


Την ίδια άποψη φυσικά δεν είχαν οι αξιωματούχοι των στρατευμάτων κάθε πλευράς, που εξαγριωμένοι με αυτή την εξέλιξη ανακοινώνουν ότι αυτή του είδους η άτυπη ανακωχή θεωρείται προδοσία και θα τιμωρείται. Μάλιστα ο γαλλικός Τύπος εξέδωσε μια ανακοίνωση της κυβέρνησης σύμφωνα με την οποία η συναδέρφωση με τον εχθρό είναι προδοσία. Σύμφωνα μάλιστα με «επίσημη πηγή» όπως μετέδιδαν οι γαλλικές εφημερίδες η ανακωχή έγινε μόνο σε κάποια μικρά βρετανικά κλιμάκια και περιορίστηκε σε λίγα μόνο τραγούδια που σταμάτησαν γρήγορα. Ο γερμανικός Τύπος ήταν λακωνικός σχετικά με τα γεγονότα και τα καταδίκασε από την πρώτη στιγμή μιλώντας για προδοσία και χωρίς να δημοσιεύει καμία φωτογραφία.


Ωστόσο από κείνη τη στιγμή τέτοιου είδους «ανακωχές» ανάμεσα στα αντικρινά χαρακώματα προσπαθούν να γίνουν όλο και πιο, φανερή ένδειξη ότι οι άνθρωποι δε θέλουν πια να πολεμούν και να σκοτώνουν σε μια μάχη μάλιστα σχεδον σώμα με σώμα. Τις περισσότερες φορές όμως μένουν μετέρωες είτε λόγω αυστηρών εντολών και απειλών από τους ανωτέρους, είτε γιατί η απέναντι πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να κάνει «ειρήνη». Κυρίως τα Χριστούγεννα κάποιοι προσπαθούν να σταματήσουν να πολεμούν, αλλά μέχρι τη λήξη του πολέμου δεν συνέβει ποτέ ξανά κάτι ανάλογο με τα Χριστούγεννα του 1914.
Με τα χρόνια, αυτή η χριστουγεννιάτικη ανακωχή, αμφισβητήθηκε από πολλούς ότι πράγματι συνέβη, από την πρώτη στιγμή όμως πήρε μυθικές διαστάσεις ως μια ξεκάθαρη ένδειξη της προσπάθειας του ανθρώπου για αγάπη, ειρήνη και συμφιλίωση. Γι΄αυτή τη μέρα γράφτηκαν τραγούδια, βιβλία και γυρίστηκε ακόμα και ταινία.

Ενενήντα έξι χρόνια μετά, μπορεί να μην υπάρχει κάποιος Παγκόσμιος Πόλεμος ανάμεσα στους λαούς, αλλά ο καθένας συνεχίζει να πολεμά για τα δικά του προβλήματα. Αν όμως τα Χριστούγεννα κατάφεραν να νικήσουν μια φορά τον Πόλεμο, αξίζει να προσπαθήσουμε και φέτος να διώξουμε μακριά τους δικούς μας δαίμονες...

1 σχόλιο :