Πώς να κρυφτείς απ' τα παιδιά;

Δε μπορώ άλλο. Ακούω από δω, ακούω από κει και το μυαλό μου πάει να σπάσει. Γιατί να ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους με βάση το χρώμα τους, τη θρησκεία τους, τα ρούχα τους; Η θλίψη είναι μία μωρέ. Όταν χάνονται ανθρώπινες ψυχές, ποιος νοιάζεται για το τι χρώμα έχει η σημαία τους; Όταν βλέπεις παιδιά να κλαίνε και να ζητάνε βοήθεια, όταν ακούς μανάδες να θρηνούν για τα παιδιά που ’χουν χάσει, όταν ξεκληρίζονται οικογένειες ολόκληρες, ποιος μπορεί να απαλύνει τον πόνο αυτών και τι να πει; Κάθε μέρα θρηνούμε θύματα. Δίπλα μας, έξω από την πόρτα μας. Και η απάντηση κάποιων είναι μία… Νοιάζεσαι γι αυτούς και όμως για τα ελληνόπουλα στα ορφανοτροφεία, στα νοσοκομεία ούτε λόγος. Για όλους θλίβομαι. Για όλους. Η φτώχεια δεν έχει σύνορα δυστυχώς. Ούτε η κατάντια. Μα πώς να πεις σε ένα παιδί, που έρχεται και σε κοιτάει στα μάτια, πως για όλα τούτα δεν ευθύνεται κανείς, παρά μόνο ο άνθρωπος;
 Ο άνθρωπος εχθρός του ανθρώπου. Εκεί φτάσαμε.  Ξεχάσαμε τα πάντα. Ό,τι όμορφο ονειρευόμασταν παιδιά. 

Και να ’σου τώρα αμέτρητα πτώματα να περιμένουν σε ένα ψυγείο στην ουρά για να θαφτούν. Και συγγενείς να στέκουν δίπλα τους και να μοιρολογούν μέσα στο κρύο. Ακόμα κι εκεί να μην ησυχάζει ο δόλιος ο νεκρός, η ψυχή του να μη βρίσκει ούτε εκεί παρηγοριά. Αυτός, που τόλμησε να ονειρευτεί, πως θα μπορούσε κάπως να φτιάξει τη μοίρα του ακολουθώντας το ταξίδι της προσφυγιάς. Κι εκεί που στέκει και πλανάται, ζητώντας λίγο χώμα να θαφτεί, να βλέπει από ψηλά εκείνους, που απ’ τη μια στιγμή στην άλλη σέρνονται αιματοβαμμένοι σε γκλαμουράτες γειτονιές κι εκείνους, που τόσο άδικα τους στέρησε η μοίρα μια μπουκιά, μια αγκαλιά, μια συντροφιά. Όλοι στο ίδιο το καζάνι, πλούσιοι, φτωχοί, μαύροι και λευκοί. Δε ξεχωρίζει τους ανθρώπους η μαύρη μοίρα. Κι αν σου χτυπήσει την πόρτα ξαφνικά, πονάει ο χαμός σου και κραυγάζει. Σουβλιές που καίν τα σωθικά εκείνων, που κάθε χάραμα βάφουν το βλέμμα τους με αίμα.






Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου