Από μια αλανιάρα της Νύχτας

Και κοίτα τώρα να δεις τι γίνεται..
Ακούς το τραγούδι "Σαν της γαρδένιας τον ανθό" από τον Τόλη , Αργός , συρτός , ρυθμός , τονίζει μια μια τις συλλαβές , δίνει πόνο .. έρχεται ο στίχος και σου κάνει πιλάφι (λασπωτό) τον εγκέφαλο από την καψούρα ,
και Να τα Vat 69 .. να τα κλάματα .
Αμέσως μετά , βγαίνει στην πίστα ...ο Λε -Πα
λέει το ίδιο τραγούδι ( το χει ερμηνεύσει )
με τη χαριτωμενιά του , τις τσαχπίνικες κινήσεις των χεριών του και όλοι οι στίχοι γίνονται ένα πράγμα ,
το τρέχει το τραγουδάκι .... σε fast*/track μουσική κλίμακα ..
και σε πιάνει μια χαρά , μα μια χαρά !
και Να τα πανέρια ( οι λουλουδούδες, καλό νυχτοκάματο απόψε)
και να τα "μωρά" να βασανίζονται σιγώντας, λυγώντας στην πίστα ( και να "τρέχει" η μασκάρα των 3 ευρώ , από τον ιδρώτα , συναντώντας το Ματ κραγιόν το σταθερό που είτε κάνεις πίτες είτε πίπ@ς δε φεύγει σου λέει από τα χείλη πριν το ρολόι χτυπήσει ...τέλος χρόνου , από τα ευρεία κι αυτό .. 2 ευρώ )
και το ξεμπουρδελ@ει Το.. Άσμα..
Συμπέρασμα 1o : Αν ήμουν επιχειρηματίας θα επέλεγα τον Λε Πα
για το σχήμα ..
Ως ερωτευμενάκι πάλι , θα θελα να το ακούσω από τον Τόλια ..
"...που ζει μια νύχτα μόνο.. και το δικό μας όνειρο... "
Μπα ! άσε! καλύτερα...
"Το πε Το πε.. ο Παπαγάλος .."
Συμπέρασμα 2ο : Τα ίδια λόγια , από έναν άλλον άνθρωπο , είναι (σαν) άλλα λόγια !
(...κρατείστε τα αυτά "ευαγγέλιο" , όταν ξαναβγούμε , θα τα βρείτε μπροστά σας ,θα με θυμηθείτε )
Share:

Άγριες Μέλισσες -TV - Φωτογραφίες από παρασκήνια και η φίλη μου η Βίκυ

 Λοιπόν, κάποιες φορές είναι καλύτερα να παρακολουθείς τους φίλους σου στο FBooki παρά μια σειρά στην TV!!

Εγώ δηλαδής…μια φορά το μήνα μαζευόμαστε μερικοί φίλοι, διαδικτυακά πάντα ε. Κάποιο παίρνουμε ποπ κορν , άλλοι το κλασικό Burger, και άλλοι τα Doritos με την σάλτσα τυριού (βλέπε ODEON!!).

Και συνδεόμαστε στο Προφίλ της Βίκυς !!

Το ντέρμπι αρχίζει μόλις λίγα λεπτά μετά το ξεκίνημα της Σειράς  <<Άγριες Μέλισσες>>. Μόλις απαντήσει και η φίλη της η Κατερίνα, αρχίζει το ΝΤΕΡΜΠΙ!!

Εμείς εντωμεταξύ σχολιάζουμε τα κορίτσια και βάζουμε στοιχήματα ποια θα βρίσει πρώτα και ποια θα πετάξει το πρώτο φάουλ. Βέβαια όλοι ποντάρουμε στην Βίκυ!!!! Και όλοι κερδίζουμε!!

Απολαύστε και εσείς μερικές ατάκες λοιπόν. Μπορούσα να γράψω τόμο αλλά την σέβομαι !!! και καμιά φορά εάν ξεχάσουμε να την δούμε, πάντα υπάρχει ένα ζιζάνιο που στο θυμίζει !! ( Ελένη: Ρε άρχισε η Βίκυ, μπήκες;😉)

.............................


·        Εεεε οχι!!!! Οχι!!!!! Οχι!!!!!!! Μ αυτο το χωριό που ολοι πετάγονται απο παντου!!!! ετοιμάσου για την μεγαλυτερη λαλακια του Τακαρου!!!

·        Εγω βριζω, βριζω, πεταω Και κανενα γελιο του τρελου που και που , ξυπναω το σκυλί, με κοιταζει του λεω, ενταξει ειμαι παει, τελειωσε, κοιμησου... με κοιταει και σηκώνεται και φεύγει

·        Θελει η πτανα να κρυφτει και η χαρα δεν την αφηνει!!!! Για τον μπουτσο!!! Σοφουλα!!!!

·        Το σακ βουαγιαζ του Μελετη ειναι αυτο που κρατουσε ο κλεομενης πριν φυγει και ειχε τα λεφτα μεσα απο τα ψωραφια της πηνελοπης!!!!!

·        Κύριε Νίκο μην κάνεις το λάθος και μπεις στο σπίτι με καμιά τρίχα στα ρούχα σου με άλλο χρώμα ............... μέχρι και την βαλίτσα είδε

·        Πειτε αλεύρι,  ο Μηλτιαδης σας γυρευει!!!!! Περαστικα σας!!!!

·       


Φερτε μου τον τακη να τον δειρω!!! Φερτε μου τον Τακη να τον σκισωωωω!!!!!  Κουραστηκε το χερι μου να ριχνω τοσες σφαλιαρες αποψε!!!! Θελω να του βουλώσει κάποιος το στομα!!!!  Τωρα!!!!

·        Βρε πως θα κοιμηθω, ταχυπαλμια με πιασε, ειδα και την Σοφουλα και ολοκληρώθηκε το κακΔεν φταιω , αληθεια, δεν φταιω!!! 5 χαστουκια στον τακαρο, 6 στον Μελέτη,  10 στον Βοσκαρη,  και μια φαλαγγα για τον Νικηφορο!!! Ολα απο μενα κερασμενα!!!  Αληθεια λεω!!!!! Χαχαχαο!!! Ποσα να αντεξουμε πχιαααααα

·        Θα μου πανε την πιεση 100 !!! Μυρσινη, Δουκας, Βοσκαρης!!!

·        Να πω και το αλλο?? Μπηκα και διαβαδα το βιογραφικό του, ειναι του 1977 , τον οκτωβρη , ρε του ριχνουμε σ αφτια και οι 2 μας!! Βρε σουζα θα τον ειχαμε να στέκεται!!!! Χαχαχα δεν τον ειχα παντως για 43 , τουλαχιστον 50αρι πατημενο!!!! Χαχαχα

·        2 σφαλιαρες και στο Νικηφορο κερασμενες απο μενα! Καντε τες 4 , να το ευχαριστηθω κιολας!!!!


Φιδι!!!! Γονιδιο του Δουκα!!! Χαμενο αντρακι κι αυτο!!!

·        Ειδατε το αυριανο??? Κλαιω ρε μπουστη Μου, τα νευρα μου κορδελες!! Απο την μια το κουτσαφτακι που μια κλανια και χαθηκε , απο την αλλη ο Κωνσταντης που εχει μπλεξει την βουρτσα με την μπουτσα, και απο την αλλη ο βοσκαρης με την ηδονη της αρρώστιας του!!! Ημαρτονννννν

·        η Ασημινα , εαν τυχόν προκύψει εγκυμοσυνη από τον Μπάμπη να δω πως θα τα κουκουλώσει,  Δροσουλα να δω τι θα πει στον κωνσταντη για τον κλαρινογαμπρο που μάζεψε,  η Λενιω εχει πολλα στο κεφαλι της.. . Η Μυρσινη πλεον τον εχει χεσμενο τον Δουκα,  οπως πανω κατω ολοι τους.

·        η σκηνη με τον Νικηφορο στον συνεταιρισμό καπως ηταν.. .ο Νικηφορος ειχε μια περιεργη ματια ή μου φάνηκε???

·        ποτε ειπαμε οτι θα μαθει η Ασημινα οτι ειναι εγκυος??? Και απο ποιον ??? Απο τον Μπαμπη!!!!!

·        Πολλα τα μετωπα!!!!! Επομένως πιο ειναι το μηνυμα που πηραμε απο το σημερινο επεισόδιο??? Μην κανεις σεχ την πρωτη μερα του χρονου , σε παει @@@@#ντας η χρονια

 

·        Αυτη δεν ειναι πρωτοχρονιά στο Διαφανι, αυτη ειναι , ανοιξαμε και σας περιμενουμε!! Χαχαχα μονο τον παπα βλεπω να πηγαιβει για υπνο, ολοι οι αλλοι κανουν σεχ!!!! Χαχαχαχα

·        Τα τακούνια της Δροσουλας, τακα τακα τακα τακα μεσα στο σπιτι μου παιζουν τα νευρα, δεν φοράμε τα τακούνια κοπελιά μεσα στο σπίτι!!!! Τα βγαζουμε και φοραμε παντουφλες!!!!

·        δεν υπαρχει σωτηρια αποψε!!! Καθε φατσα και ενας πονος, καθε πονος μια δυστυχια!!!! Κι ολα αυτα στο Διαφανι καπου το 1965 .... Χριστούγεννα.....

·        Παιδιά δεν εβαλε το προσεχες!!!! Δεν εδειξε τι θα δειξει, θα κανω καταγγελία!!!! Ουστ!!!

·        Μάθανε οτι @@@@μαστε πλακωσανε και οι γυφτοι, Βοσκαρης - κοινοταρχης !!!!  Α ρε Αγγελε κοίτα πως θα βγεις απο την πορτα μην βρεις!!!

·        Η γόβα, γόβα όμως στο Διαφανι!!

·       Α ρε Προυσαλη,  α ρε Προυσαλη,  επιτηδες τα κανει για να σας σπασει τον τσαμπουκά, σπαστε του τα νευρα με τον γραψετε στ α@@@@  σας!!!! ζω για την στιγμη που θα παρει ο Βοσκαρης τον πουλο!!!!

·        μην μου πεις οτι δεν ειδες με τι τακούνι στο παπουτσι σκουπίζει την αυλη η Δροσουλα!!!!


Καριολα???? Ειπε ο Τακαρος την Ασημινα , Καριολα???? Πεθαινωωωωωωω 



·        Αποψε δεν εχει μελισσες, απο Δευτερα παλι....

Asterios Saltzidis: Ωρε γαμώτο και είχα καλέσει και φίλους να σε παρακολουθούμε, ενημέρωσε μας ποιο νωρίς....Τι θα πει δεν έχει σήμεραααα

Ήταν Παρασκευή .. δεν έχει <<Αγριες Μέλισσες>> Παρασκευή  ..... μας έστειλε αδιάβαστους !!!

Συνέχισε έτσι μικρή μου φίλη !!

 

Share:

Διαγωνισμός LOVE-LOVE-LOVE

Ευτυχώς υπάρχουν και κάποιοι που μας σκέπτονται !! Για εμάς τους ερωτευμένους λέω! Βασικά εντάξει για ζευγαράκια προορίζεται αλλά νομίζω όλοι μας με κάτι είμαστε ερωτευμένοι!

Έτσι λοιπόν ο φίλος μας ο Γιάννης και το Woodyshop μας προσφέρουν νότες αγάπης με τα μικρό καλλιτεχνήματα του.

Εκτός από το ότι μπορείτε να προμηθευτείτε τα διάφορα δωράκια σας , Διοργανώνει  και έναν διαγωνισμό αγάπης!!

Διαγωνισμός για 5 τυχερούς που κερδίζουν ένα από τα μοναδικά σχέδια του Αγίου Βαλεντίνου 

Ακολουθήστε τα υποχρεωτικά βήματα:

1) Like στην σελίδα Facebook #woodyshop.gr

2) Ακολουθήστε την σελίδα στο Instagram@woodyshop.gr

3) Comment και Tag ένα φίλο σας

4) Κοινοποίηση του διαγωνισμού

Η κλήρωση θα γίνει την Παρασκευή 5/2 

 

 
Share:

Την Πρωτοχρονιά πέρασα χάλια-πέρασα....

«Πως πέρασα την Πρωτοχρονιά» μας είπε η κυρία να αποτυπώσουμε σε μια κόλα χαρτί

Την Πρωτοχρονιά πέρασα χάλια-πέρασα.

Ο Άγιος Βασίλης δεν πρόλαβε να πάρει το δώρο μου από το click away κι έτσι μου έφερε μια σοκοφρέτα από το περίπτερο.


Το απόγευμα μπήκαμε με τους γονείς μου στο αυτοκίνητο και πήγαμε να φάμε στη θεία τη Νίτσα και τον θείο τον Νίτσο (τον θείο τον Νίτσο τον λένε Μάκη αλλά όλοι τον φωνάζουν Νίτσο, γιατί η θεία η Νίτσα τον κάνει ο,τι θέλει και τον έχει σαν νίτσο).

Στο αυτοκίνητο η μαμά άρχισε να στριγγλίζει σαν τρελή, γιατί με τη μάσκα που φορούσε πασαλείφτηκε το κραγιόν της στη μούρη και έγινε σαν δράκουλας .  

Εκείνη την ώρα μας σταμάτησε ένα πυροβολικό και ρώτησε τη μαμά γιατι δεν φοράει μάσκα. 

«Άντε παραταμας κι εσυ ρε παπαρα» φώναξε η μαμά κλαίγοντας, και μετά ο μπαμπάς έβγαλε από την τσέπη του 300 ευρώ. 

«Κύριε, δεν στείλατε sms» είπε ο πυροβολικός στον μπαμπά  και ο μπαμπάς έβγαλε άλλα 300 ευρώ από την τσέπη του.

Στο δρόμο, ο μπαμπάς θυμήθηκε ότι ξέχασε το κουτί με τις πάστες στο σπίτι. Τότε σταματήσαμε στο Σύνταγμα και ο μπαμπάς έβαλε στο αυτοκίνητο μια ζαρντινιέρα με κάτι περίεργα φυτά, για να τα πάμε δώρο. 

Στο δρόμο, εφαγα λίγα φυτά από τη ζαρντινιέρα, για να δω πως είναι να τρως φυτά από τη ζαρντινιέρα. 

Όταν φτάσαμε στους θείους, τρέξαμε γρήγορα-γρήγορα να φάμε, γιατί στις 10 θα έπρεπε να έχουμε γυρίσει σπίτι μας.



 Αλλιώς, θα μας έβαζαν φυλακή. Ή θα μας πυροβολούσαν. 

Ο μπαμπάς έτρωγε τόσο γρήγορα, που του στούμπωσε ένα μπούτι χοιρινό στο λαιμό και έγινε κόκκινος σαν πιπεριά. 

Εγώ δεν πεινούσα γιατί είχα φάει τη σοκοφρέτα και την πρασινάδα, αλλά η θεία Νίτσα επέμενε. Μόλις έφαγα μια μπουκιά ρώσικη, μου ήρθε ανακατωσούρα και έκανα εμετό.

«Παναγιά μου, η μικρή είναι κοβιντιασμένη» φώναξε η θεία Νίτσα και άρχισε να πασαλείβετε με αντικοβικό και να τρέχει μέσα-έξω σαν παλαβή.  

Ο θείος Νίτσος, έκοψε στα γρήγορα τη βασιλόπιτα και άρχισε να μας πετάει από την κουζίνα ένα-ένα τα κομμάτια, για να φύγουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Εμείς τρέχαμε πέρα-δώθε για να τα πιάσουμε.

«Ευτυχώς που βγήκε το εμβόλιο και θα ησυχάσουμε» είπε ο μπαμπάς και έκανε ένα ψηλοκρεμαστό μπλονζόν για να πιάσει το κομμάτι του.

«Εγώ δεν τα μπιστέβω αυτά τα πράματα που θέλουν να μας βάλουν στα εντόσθιά μας» είπε η θεία Νίτσα, και ίσιωσε τα καινούργια βυζια που είχε βάλει στα βυζιά της.

«Ούτε κι εγώ τα μπιστέβω. Θέλουν μας βάλουν ζιπ για να ελέγχουν την τράπουλα» είπε κι ο θείος ο Νίτσος που είχε πτυχίο στην πρέφα. 

Ο μπαμπάς ξαναέγινε κόκκινος σαν πιπεριά, η μαμά έβαλε βιαστικά στη τσάντα της τις πίτες και εγώ έκανα έναν ακόμα εμετό. Μετά έγινε καυγάς και μετά κλωτσομπουνίδι.  Μετά, φύγαμε.

Στην επιστροφή μας σταμάτησαν πάλι τα πυροβολικά.

Με τον καυγά στο σπίτι, ο μπαμπάς και η μαμά ξέχασαν να στείλουν μήνυμα πριν φύγουμε.

«Άντε γ-μπιπ κι εσύ ρε μ-μπιπ» είπε ο μπαμπάς, αυτή τη φορά πιο κόκκινος κι από πιπεριά.

Η μαμά πλήρωσε 300 ευρώ για το πρόστιμο του μπαμπά και 300 ευρώ για το δικό της.

«Με τόσα λεφτά που πληρώσαμε σήμερα σε πρόστιμα, θα χαμε πάει στο Ντουμπάϊ» είπε ο μπαμπάς. 

Η μαμά έβγαλε την πίτα και τη φάγαμε.

Το φλουρί ήταν στο κομμάτι του μπαμπά.

Φαίη Κοκκινοπούλου ηθοποιός.

Share:

Τι προσφέρει η επαφή με τα ζώα στα παιδιά

  Καλησπέρα και καλή χρονιά σε όλους!!


Σήμερα σκέφτηκα να γράψω τι προσφέρουν τα ζώα στα παιδιά.

Τα ζώα γενικά για τον άνθρωπο  είναι η καλύτερη συντροφιά και παρηγοριά

Τι μαθαίνουν όπως τα παιδιά μέσα από τη συναναστροφή τους με τα κατοικίδια;

Τα παιδιά μέσα από τα κατοικίδια μαθαίνουν να αλληλοεπιδρούν καλύτερα με τους ανθρώπους και  μαθαίνουν να φροντίζουν τους άλλους. Αναπτύσσουν έντονο αίσθημα ευθύνης και  βελτιώνουν τη σωματική τους κατάσταση, αφού ασκούνται πιο συχνά. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά που έχουν επαφή με τα ζώα έχουν λιγότερο άγχος αφού μια αγκαλιά από το ζωάκι λειτουργεί αγχολυτικά. 

Eπιπλέον  τα παιδιά εκπαιδεύονται στην έννοια της ενσυναίσθησης αφού  καταλαβαίνουν πως και άλλα έμψυχο όντα έχουν ανάγκες. Μειώνεται ο εγωκεντρισμός τους, αυξάνεται η αυτοπεποίθηση τους και χτίζουν αυτοεκτίμηση από τη συνύπαρξή τους με ένα ζώο.

Μέσα από τη συναναστροφή τους με τα ζώα τα παιδιά επιπλέον, θα κατανοήσουν  τον κύκλο της ζωής. (Γέννηση-θάνατος).

Να σημειωθεί πως πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει πως ένα παιδί αρρωσταίνει λιγότερο όταν έχει κατοικίδιο αφού ενισχύεται σημαντικά το ανοσοποιητικό του.

Τι πρέπει να κάνει ο γονιός όταν αποφασίσει ότι θέλει να πάρει ένα κατοικίδιο;

Θέλω να πω εδώ πως ο γονιός θα πρέπει να βάλει όρια στο παιδί αν ένα παιδί κλωτσάει ένα ζώο το κακομεταχειρίζεται ή το πειράζει συνέχεια
Το παιδί θα πρέπει να κατανοήσει πως η ελευθερία μας σταματά από εκεί που αρχίζουμε να κάνουμε κακό σε ένα έμψυχο όν. Ίσως η συναναστροφή του με ένα κατοικίδιο  να καθορίσει τη ζωή ενός ενήλικα και τη στάση του απέναντι στη βία.

Ο γονιός εάν θέλει να φιλοξενήσει ένα ζώο σπίτι θα πρέπει να το έχει συζητήσει με το παιδί ώστε να μοιράσει ρόλους συμμετέχοντας και ο ίδιος πρόθυμα στις διαδικασίες φροντίδας,  να έχει κάνει τη σωστή επιλογή ζώου βάση χώρου που θα έχει στη διάθεσή του και  τέλος να έχει νοιαστεί  για την υγειονομική περίθαλψη του ζωντανού. Γενικά η επιλογή να πάρουμε ένα ζώο σπίτι θα πρέπει να είναι ώριμη και συνειδητή απόφαση αφού επιφέρει σημαντικές ευθύνες στην καθημερινότητα μας.


Η επαφή με τα ζώα έχει θεραπευτική αξία για παιδιά με ειδικές ανάγκες;

 Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να κάνουμε στη θεραπευτική συμβολή των κατοικίδιων σε άτομα με αναπηρίες, ψυχικές διαταραχές και αυτισμό. Όλοι φαντάζομαι ξέρουμε πως ένα σκύλος είναι ο καλύτερος οδηγός σε ανθρώπους με μειωμένη ή καθόλου όραση. Από την άλλη ένα παιδί με αυτισμό η επαφή του με ένα ζώο θα το κάνει να αλληλοεπιδρά καλύτερα, να εκφράζει καλύτερα τα συναισθήματά του και να είναι πιο ανεκτός σε αγγίγματα

Από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε πως η επαφή με τα ζώα είναι θεραπευτική και παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη βιωματική μάθηση των παιδιών.

Καλή συνέχεια!!











Share:

Μήπως αυξήθηκε το ιικο φορτίο εξαιτίας των Ναών; Όχι. Τότε; Θεοφάνεια γιοκ....

 Αύριο  όλη η Ελλάδα θα ήταν έτοιμη για (κολύμπι) είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά όλοι  θα παρακολουθούσαμε τον αγιασμό των υδάτων!

👈Φέτος τέτοιες σκηνές δεν θα δούμε, δεν ξέρω καν εάν οι εκκλησιές θα ανοίξουν και ποιες, υπάρχει μια διαμάχη των Κορωναίων κεφαλών…

Μεγάλη εορτή του Χριστιανισμού, σε ανάμνηση της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (ή Βαπτιστή).

Το όνομα της εορτής προκύπτει από τη φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, που σύμφωνα με τις Γραφές συνέβη κατά τη Βάπτιση του Ιησού. Στις Δυτικές Εκκλησίες, τα Θεοφάνια είναι περισσότερο συνδεδεμένα με την προσέλευση και την προσκύνηση των Τριών Μάγων στη Φάτνη της Γέννησης του Ιησού.

Όταν ο Ιησούς έγινε 30 ετών βαπτίστηκε στον Ιορδάνη Ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, που ήταν έξι μήνες μεγαλύτερός του και ασκήτευε στην έρημο, κηρύσσοντας το βάπτισμα της μετανοιας. Τη στιγμή της Βάπτισης, κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς στον Ιησού και ταυτόχρονα ακούσθηκε φωνή εξ ουρανού που έλεγε: «Ούτος εστί ο Υιός του Θεού ο αγαπητός, δια του οποίου ευδόκησε ο Θεός να σώσει τους αμαρτωλούς»

Το γεγονός αυτό έχουν καταγράψει οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές, ο Μάρκος, ο Ματθαίος και ο Λουκάς. Αυτή δε είναι η πρώτη και μοναδική εμφάνιση στη Γη της Αγίας Τριάδας, σύμφωνα με τις Γραφές.

Δύο είναι οι κυριότερες τελετές των Θεοφανίων:

Ο Μέγας Αγιασμός, που γίνετε εντός των Εκκλησιών και η κατάδυση του Τιμίου Σταυρού, που ακολουθεί τον Μεγάλο Αγιασμό.

Ο αγιασμός που τελούμε την ημέρα των Θεοφανείων ονομάζεται Μέγας γιατί τελείται εις ανάμνησιν της Βαπτίσεως του Χριστού. Ονομάζεται Μέγας σε αντιδιαστολή με τον συνήθη αγιασμό ο οποίος τελείται οποιαδήποτε ημέρα του χρόνου.

 Ο Μέγας Αγιασμός προέρχεται από την πρακτική της Βαπτίσεως των Κατηχουμένων κατά την ημέρα των Θεοφανείων. Γι᾽αυτό και η κεντρική ευχή του καθαγιασμού είναι σχεδόν η ίδια με αυτή του Μυστηρίου της Βαπτίσεως. Ο ιερός Χρυσόστομος μας πληροφορεί ότι οι χριστιανοί πήγαιναν κι έπαιρναν αγιασμένο νερό από την κολυμβήθρα και το διατηρούσαν στα σπίτια τους ένα και δύο και τρία ακόμα χρόνια. Μάλιστα ο ιερός Πατήρ θαυμάζει ότι το αγιασμένο νερό δεν φθείρεται.

Ο Σταυρός καταδύεται σε θαλάσσιο χώρο συνήθως στα λιμάνια, σε όχθες ποταμών ή λιμνών και στην ανάγκη σε δεξαμενές νερού, κατά μίμηση της Βάπτισης του Θεανθρώπου.

 Ο εκκλησιαστικός ύμνος που κυριαρχεί την ημέρα και βρίσκεται στα χείλη κάθε πιστού είναι το Απολυτίκιο των Θεοφανίων:

Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε

η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις

του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σοι

αγαπητόν Σε Υιόν ονομάζουσα

και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς

εβεβαίου του λόγου το ασφαλές

Ο επιφανής Χριστέ ο Θεός

Και τον κόσμον φωτίσας δόξα Σοι.

Τα Κάλαντα των Φώτων ψάλλονται από τα παιδιά την παραμονή της εορτή σε πολλά μέρη της

 Ελλάδος, εδώ στην Χίο δεν έχω ακούσει τόσα χρόνια που είμαι εδώ.

 «Σήμερα είν' τα Φώτα και ο φωτισμός / και χαρά μεγάλη και αγιασμός…»

Την ημέρα των Θεωφανείων έχουμε την ανέλκυση του Σταυρού (το «πιάσιμο του Σταυρού») από κολυμβητές, κατά την τελετή της Κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού.

Συνήθως μικρής ηλικίας παιδιά βουτούν στα παγωμένα νερά για να πιάσουν πρώτα τον Σταυρό και να λάβουν την ευλογία του ιερωμένου, αλλά και να δεχθούν τις τιμές και τις ευχές των συντοπιτών τους.

Μετά γίνεται ο Αγιασμός των σπιτιών από τους ιερείς και τα παιδιά με τον τίμιο σταυρό στα χέρια.

 Με τον Αγιασμό ο ιερέας γυρίζει όλα τα σπίτια και με το Σταυρό και ένα κλωνί βασιλικό «αγιάζει» ή «φωτίζει» (ραντίζει) τους χώρους των σπιτιών για να φύγει μακριά κάθε κακό.

Παλαιότερα, οι λαϊκές δοξασίες συνέδεαν τον φωτισμό των σπιτιών με την εξαφάνιση των καλικάντζαρων, τους οποίους φαντάζονταν να φεύγουν περίτρομοι με την έλευση του ιερέα, κραυγάζοντας: «Φύγετε να φύγουμε κι έφτασε ο τρουλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του!»

Φέτος δεν ξέρω εάν έρθει τελικά ο παππάς για αγιασμό; Αλλά δεν είμαι και σίγουρος εάν έχουν έρθει και τα καλικατζιαράκια ; αυτά lockdown εν εχούν;; η εάν ήρθαν, δεν θα μείνουν σπίτι να είναι ασφαλές;; που α παν;;

Νομίζω η χρονιά φέτος θα είναι σκανταλιάρα!! Θα δούμε , σας εύχομαι καλή Φώτιση !

Share:

Βγες έξω, γιαγιά… Συλλαμβάνεσαι! είχε ζωστεί με την ποδιά της παράδοσης...

Άκουγε τα κάλαντα φέτος από το ραδιόφωνο. Από την κουζίνα που ήταν το απόλυτο βασίλειό της. 

Παραμονή μιας διαφορετικής Πρωτοχρονιάς. 

Είχε αφήσει πίσω αρθριτικά και πόνους, είχε ζωστεί με την ποδιά της παράδοσης και σιγοτραγουδούσε κάλαντα και αμανέδες.

Μυσταγωγία γιορτινή. Κι οι νότες από το μαραμένο στόμα της έβγαιναν γλυκές και παραπονεμένες… Λιγωμένες από τα σιρόπια, τη μαστίχα, το μαχλέπι, το κύμινο, την κανέλα.

Γιατί ο νους και η καρδιά γύριζαν πίσω στις ξεχασμένες πατρίδες που τέτοιες μέρες ζωντάνευαν μέσα από θύμησες, πρόσωπα, γιορτινά τραπέζια, ανταμώματα και μοσχοβολιές.

Σήμερα θα μ’ αφήσετε να μαγειρέψω εγώ… Λίγοι αλλά καλοί θα είμαστε το βράδυ, να φάμε τα φαγητά τα δικά μας, τα πολίτικα, τζάνουμ, να θυμηθούμε τις ρίζες μας, είπε στην κόρη της.

Η κόρη την κοίταξε με ένα ύφος μεταξύ χαμολεγου και απορίας

Μέχρι το βράδυ το τραπέζι ήταν έτοιμο, στρωμένο όπως τότε, όπως μολογούσε η δική της μάνα. Πάνω στο άσπρο λινό τραπεζομάντηλο με τις κεντημένες πετσέτες άστραφταν τα ασημένια μαχαιροπήρουνα και τα κρυστάλλινα ποτήρια.
 Και στη μέση απλωμένες οι πορσελάνινες πιατέλες με τα εδέσματα. Μοσχοβολούσαν τα ντολμαδάκια, το τας κεμπάπ με το ρύζι και το κουκουνάρι, η τηγανιά, ο κόκορας ο κοκκινιστός.

Στην απέναντι πλευρά πάνω στον σκαλιστό μπουφέξεχείλιζαν οι ζωγραφισμένες φαγιάντσες από το εκμέκ κανταΐφι, τους κουραμπιέδες, τον μπακλαβά, το καζάν ντιπί. 
Και στη μέση του δέσποζε η βασιλόπιτα με τον δικέφαλο αητό, στολισμένη με ζαχαρωμένες γιρλάντες.
Να μην ξεχάσουμε ένα ρόδι, να το βάλουμε στο τραπέζι για να το σπάσουμε αύριο μετά την εκκλησία. Για το καλό, έκανε η γιαγιά.

Μάνα, φέτος δεν μπορούμε να πάμε εκκλησία, οι απαγορεύσεις είναι για όλους. Άντε, άναψε τα φώτα και πήγαινε να ντυθείς. Και κοίτα, βάλε το καλό σου βελούδινο φόρεμα και τα μαύρα τα γοβάκια. Α, και μην ξεχάσεις, στην άκρη του τραπεζιού βάλε και το αντισηπτικό, της θύμισε η κόρη της.

Αυτό της χάλαγε την ατμόσφαιρα. Άκου αντισηπτικό δίπλα στα καλούδια τα ευωδιαστά που μαγείρευε δυο μέρες! Αλλά «ας όψεται η παλιοκατάσταση», μουρμούρισε μέσα από τη μασέλα της.

Στις εννιά ακριβώς χτύπησαν οι διπλανοί τους το κουδούνι. «Χρόνια πολλά και του χρόνου καλύτερα»! Μπήκαν στο σαλόνι κρατώντας αποστάσεις, χωρίς χειραψίες, φιλιά κι αγκαλιάσματα. 
Ευχές «στην ψύχρα», που έλεγε κι η γιαγιά. Κάθισαν χαρούμενοι στο τραπέζι κι έβαλαν κρασί να τσουγκρίσουν. Από εκείνο το ροζέ, το ημίγλυκο που ανάσταινε και αποθαμένους. Δεν είχαν προλάβει να δοκιμάσουν τους ντολμάδες, όταν χτύπησε το κουδούνι. «Η αστυνομία», είπε ο πατέρας σιγά, κοιτώντας από το ματάκι και μέτρησε κεφάλια.

-Γρήγορα, γιαγιά, στην αποθήκη, είμαστε δέκα νοματαίοι, θα μας γράψουν με πρόστιμο.

Την έκλεισαν στο δωματιάκι που μύριζε σκόρδα, απορρυπαντικά, λάδι. «Εγώ, που τους μαγείρευα όλη μέρα…», είπε και την πήρε το παράπονο. «Αλλά καλύτερα, είναι κι ευκαιρία να βγάλω τα γοβάκια που με χτυπάνε και να βάλω τις παντόφλες μου».

-Χρόνια πολλά σας, μία αυτοψία κάνουμε για το καλό, είπαν ευγενικά οι δύο αστυνομικοί. Μετά από λίγο έκαναν να φύγουν.

-Μια στιγμή, είπε ο νεότερος. Στο τραπέζι υπάρχει ένα σερβίτσιο που περισσεύει. Μήπως κρύβετε κανέναν;

-Κανέναν αγαπητέ μου… είναι για τον Άη-Βασίλη, είπε ο οικοδεσπότης ετοιμόλογα. Καλή χρονιά να έχετε, τους ευχήθηκε και τους ξεπροβόδισε.

Η γιαγιά σε λίγο έβγαλε το κεφάλι της από την αποθήκη και ξανακάθισε στο τραπέζι μουτρωμένη. Κι ενώ έπεσαν όλοι με τα μούτρα στο ψητό, εκείνη έσβησε το παράπονό της μέσα στο κρασί. Και όταν η γλώσσα της λύθηκε, γύρισε πίσω, σε εκείνον τον χαμένο παράδεισο…

«Τέτοιο βράδυ», έλεγε η μάνα μου, «στο σπίτι μας ήταν καλεσμένος όλος ο αρχοντομαχαλάς. Οι άντρες ντυμένοι με τα επίσημά τους και το ρολόι το χρυσό που κρέμονταν πάντα από την αλυσίδα. Και οι γυναίκες ντυμένες με τα φορέματα τα μεταξωτά, τις δαντέλες και τα γοβάκια τα πλουμιστά. Το τραπέζι μας πλούσιο, πέρα ως πέρα γεμάτο με όλα τα καλά. Κι ύστερα, αφού τρώγαμε, αρχίζαμε τα τραγούδια… Το γλέντι κρατούσε μέχρι πρωίας.
Χρόνια μετά τον ξεριζωμό, όταν οι γονείς μου ήρθαν πρόσφυγες εδώ, εγώ το έσκαγα από το κρεβάτι, μετά τις δώδεκα που άλλαζε ο χρόνος κι έμπαινα κρυφά κάτω απ’ το τραπέζι για να ακούω τις περιπέτειεςτης οικογένειας. 
Ιστορίες που με αποκοίμιζαν γλυκά και με έκαναν να ονειρεύομαι. Στον τόπο εκείνον που είχαν ζήσει τόσο όμορφα αλλά είχαν υποφέρει και τόσο…».

Από τα υγραμένα μάτια της κύλησε ένα δάκρυ. Κι από τα χείλη της βγήκε ένας καρσιλαμάς κι ένας καημός βαθύς…

«Από ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό, ήρθ’ ένα κορίτσι φως μου δώδεκα χρονών…». Η φωνή της έσπαζε κάθε τόσο, όταν το μεράκι αντάμωνε με έρωτες λησμονημένους από την αχλή του χρόνου…

… «Εμένα δε με μέλλει, πως αγαπάς αλλού/ φοβούμαι μη σου πάρουν τη γνώμη και το νου…/Κι από λίγο, λίγο, κι από λίγο λίγο γίνεται πολύ…».

Και δος του κρασί και δος του μεζέδες. Ώσπου η γιαγιά η λεβέντισσα μεράκλωσε κι ήρθε στο τσακίρ κέφι.

-Άιντε όπλες! Και του χρόνου καλύτερα, φώναζε και τσούγκριζε το ποτήρι της.

-Σεμνά, μάνα, τη συγκράτησε η κόρη. Θα μας καταγγείλουν οι γείτονες, υπάρχουν αυστηρά μέτρα γι’ απόψε.

Δέκα λεπτά πριν μπει ο νέος χρόνος χαμήλωσαν τα φώτα. Κι εκεί απάνω στα κανταΐφια και στο καζάν ντιπί, ξαναχτύπησε το κουδούνι. Ο πατέρας πήγε ν’ ανοίξει ενοχλημένος:

-Μας κατήγγειλαν οι γείτονες ότι έχετε τρικούβερτο γλέντι απόψε… Ο κορονοϊός τρίβει τα χέρια του στο συνωστισμό, είπε με σοβαρότητα ο αστυνομικός.
Άνοιξαν τα φώτα και κοιτάχτηκαν όλοι μεταξύ τους. Η γιαγιά είχε εξαφανιστεί.

-Περάστε, αγαπητοί μου, να σας κεράσουμε, είμαστε νομοταγείς, η τηλεόραση έχει τα γιορτινά της απόψε…, τα μπάλωσε η κόρη.

-Ευχαριστούμε, αλλά έχουμε πολλή δουλειά ακόμα, είπε χαμογελώντας ο μεγαλύτερος κι έκαναν να φύγουν.

-Μια στιγμή, είπε πάλι ο μικρότερος, βλέπω κάτι περίεργο κάτω από το τραπέζι…

Κάτω από το άσπρο λινό τραπεζομάντηλο πρόβαλαν αραγμένα τα στρουμπουλά πόδια της γιαγιάς με τις καφέ τσόχινες παντόφλες. Η γιαγιά ανασηκώθηκε κι άρχισε να σιγοτραγουδά, σα να μη συμβαίνει τίποτα.

… «Χθες το βράδυ Χαρικλάκι, είχες πάλι τ’ οργανάκι/ και γλεντούσες μ’ έν’ αλάνι κάτω στο Πασαλιμάνι…».

Είχε σουρώσει για τα καλά.

-Βγες έξω, γιαγιά… Συλλαμβάνεσαι! Για παραπλάνηση της αρχής και για διασπορά του ιού γιατί τραγουδάς χωρίς μάσκα! της είπε αυστηρά ο αστυνομικός.

Απτόητη η γιαγιά. Δεν είχε χάσει ούτε στιγμή τη σπιρτάδα της.

-Δε μου λες κυρ αστυνόμε, πόσα άτομα είδες να κάθονται στο τραπέζι; Εννιά. 
Για τους αποκάτω δεν υπάρχει …νόμος! Άιντε, τζιέρι μου, ελάτε να σας κεράσω, μπαίνει ο καινούριος χρόνος.

Τι να πουν κι οι αστυνομικοί… Τρεμούλιασαν τα μουστάκια τους κάτω από τις παραδοσιακές μυρωδιές, γέλασαν μέχρι δακρύων με την καπατσοσύνη της Σμυρνιάς.

-Πες μας, γιαγιά, ένα τραγούδι ακόμα και σου χαρίζουμε και το πρόστιμο, έκαναν δήθεν αυστηρά.

Κι η γιαγιά συνέχισε το τραγούδι της …«Θα σπάσω κούπες, για τα λόγια που’ πες/ και ποτηράκια για τα πικρά λογάκια, ωχ αμάν, αμάν…». Ύστερα άνοιξε το παράθυρο να μπει ο νέος χρόνος,ενώ έξω έριχναν βαρελότα.

«Χρόνια πολλά, παιδιά μου, καλά μπερεκέτια με τη νέα χρονιά», τους ευχήθηκε και τους ξεπροβόδισε. «Καλή χρονιά!». Την πήραν ύστερα σηκωτή και την έβαλαν για ύπνο

Μαζί με Zωή Καλαφάτη και larissanet



Share:

Τα Χριστούγεννα τση Φραζεσκίνας, Φολέγανδρος 1950: Κατερίνα Μαρινάκη

Απάνω Μεριά Φολεγάνδρου, δεκαετία 1950, παραμονές Χριστουγέννω. 

Η νεαρή Φραζεσκίνα είχενε μεγάλη χαρά που ηκοντεύγανε κι εφέτι τα Χριστούγεννα κι ας είχανε ποσό δουλειές, που ήπρεπενε να γίνουνε μέχρι την ημέρα του Χριστού. Ματζί με τη μάνα της, την κερα-Κατερίνα, εν καταλαγιούνε καθόλου, είν’ και μεγάλο το σπίτι βλέπεις, στον Ελεήμονα, στο κέντρο του χωριού κι ήπρεπενε να ‘ναι όλντα όπως πρέπει.

 Οι καθαριότητες ξεκινούνε από το Σαραντάμερο, έχουνε να καθαρίσουνε και να γαλαχτίσουνε τα χαμηλντά του σπιτιού και τσι γύροι, που λερώνουνται με τσι σκούπες και τα σκουπίσματα και γαλαχτίντζουνται όλντη την ώρα, γιατί το καλό γαλάχτισμα, μέσα κι όξω σι αυλές και σι θεμωνιές γίνεται για το Πάσκα, που μπαίνει κι η εικόνα τση Παναγιάς σ’ όλντα τα σπίτια. Εν ήτανε όμως μόνου τα του νοικοκεριού, είχανε και τσ’ αγροτικές δουλειές. Ακόμα καλά-καλά εν είχανε τελειώσει με τσ’ ελκιές και πολλές φορές ησυνεχίντζανε και μετά τσι γιορτές.

 Ο πατέρας ση, ο μπαρμπα-Τζαννάκης, είχενε και τα τζευγάρια, αλλά και τσι γέννες τω τζωντανώ. Τα τζα που ηγεννούσανε ήπρεπενε να ‘χουνε πάει σε χωράφι που να’ χει και γκέλες, για να μπούνε τα μικρά ριφάκια και τ’ αρνάκια και ήπρεπενε να πηαίνει δυο φορές την ημέρα, πρωί-βράδυ, ο πατέρας ή ο αδερφός ση για να τα ταΐσουνε, αλλκιώς μοναχά τονε δεν ημπορούσανε να βυζάξουνε από τη μάνα τονε και θα ψοφούσανε.

Την προπαραμονή τω Χριστουγέννω σφάντζουνε το χοίρο τονε, που τονε ταΐντζανε όλντο το χρόνο με τα ποφάγια του σπιτιού και πίτερα. Μεγάλο πανηγύρι ετούτο δα, γλέντι σωστό, η Φραζεσκίνα το περίμενενε πώς και πώς. Από τα χαράματα εκείνη την ημέρα τηνε ξυπνούσανε κάθε χρόνο οι φωνές τω χοίρω.

 Μαντζεύγουντε και σφάντζουνε όλντοι μαντζί με τσι θείοι τση, τα αδέρφκια του πατέρα τση και όλντο το τραβάγιο γίνεται στο λιοτρίβι τονε, το οικογενειακό, από τον πάππου τση. Εκεί δα μέσα, λοιπό, έχουνε όλντες τσι βολές, σφάντζουνε ένα-ένα τσι χοίροι, ένα κάθε φαμίλιας, βράντζουνε νερά στα καζάνια, γεμίντζουνε τσι γάστρες του λιοτριβιού και μαδούνε τα σφαχτά. Ήτανε μαντζεμένες οι ξαδέρφες και οι θείες και με χαρές και γέλια πολεμούνε όλντες μαντζί τ’ άντερα, να καθαριστούνε και να πλυθούνε. Το βράδυ, όλντοι μαντζί πάλι τρώνε και πίνουνε, όσοι νηστεύγουνε τρώνε σαρακοστιανά, αλλά όσοι πασκάντζουνε τρώνε τηανιτό το συκώτι του χοίρου και πίνουνε ντόπιο κρασί. Μετά τη νηστεία του Σαρανταμέρου τονε φαίνεται λουκούμι, αλλά και όλντα τα υπόλοιπα που τοιμάντζουνε οι νοικοκερές με το χοιρνό, όλντα ένα κι ένα είναι!

 Την παραμονή ήπρεπενε να κοπεί ο χοίρος, που τον είχανε φήκει κρεμασμένο να στραγγίσει όλντο το αίμα του. Η Φραζεσκίνα τη χαρά τση, γιατί ήπρεπενε να γυρνά όλντη μέρα από σπίτι σε σπίτι να πηαίνει κρέατα για πεσκέσι σε γιαγιάδες, νονές, στο δάσκαλο του χωριού, αλλά και σι φτωχοί, που εν είχανε δικό τονε χοιρνό.

 Το βράδυ, πριν το σκοτείνιασμα, ήπρεπενε να μπανιαριστούνε και να κοιμηθούνε νωρίς, γιατί κατά τσι τρεις το ξημέρωμα ηθα σηκωθούνε για να πάνε στη λουτρουγιά τω Χριστουγέννω, που κοινωνούνε κιόλας κάθε χρόνο. Παίρνουνε μαντζί τονε και μιαν εικόνα από το εικονοστάσι τονε και τηνε φήνουνε μέχρι την Πρωτοχρονιά στην εκκλησιά, να λουτρουγηθεί κι αυτή και να γυρίσει αγιασμένη στο σπίτι. Αυτή θα κάμει το ποδαρικό, θα τηνε βάλουνε μπροστινή μέσα κι από πίσω όλντοι οι επιδέλοιποι του σπιτιού και τηνε γυρνούνε σ’ όλντα τα δωμάτια, για να ‘χουνε καλή κι αγιασμένη χρονιά.


Ανήμερα τω Χριστουγέννω, με το γύρισμα από την εκκλησιά τα ξημερώματα, τρώνε το βραστό σούπα, με φιδέ δικό τονε, σπιτικό. Βράντζουνε τα κόκκαλα του χοιρνού, που τα ψαχνά του τα βαστούνε για τσ’ άλλες ετοιμασίες. Και τι δεν πολεμούνε! Σύγλινα, λουκάνικα, ντζηλαδιά, χαράματα, ματιές, τίοτις δε φήνουνε να πάει του κάκου. Και πρέπει να βιαστούνε, να τηανίσουνε και λίο συκώτι για το μεσημέρι, που θα ποφάνε και το βραστό και να τοιμαστούνε να πάνε τ’ απόγεμα και στην Παναγιά στο Νησί, που γιορτάντζει. 

Τ’ άντερα του χοίρου τα κάνουνε λιαστά και τα τρώνε τηανητά μ’ αυγά, ακόμα και το αίμα που τρέχει από το λνταιμό του, μετά το σφάξιμο, το μαντζεύγουνε σε μια λεκάνη, αυτό πήτζει σε λιγάκι, το τηανίντζουνε κι είναι σα συκώτι τηανητό. Μα και τη φούσκα του τηνε φουσκώνουνε και την κάνουνε μπάλα, για να παίντζουνε τα παιδιά, που τι παιχνίδια άλλντα να ‘χανε; 

H Φραζεσκίνα σκέβγεται τη χαρά του αδερφού τση, για κάτι τέτοιοι μποναμάδες και γελά μοναχιά! Η μέρα του Χριστού, λοιπό, είναι από τσι πιο δύσκολες, πρέπει να γίνουνε όλντα για να μη χαλάσουνε, τρίτη μέρα πια που ο χοίρος έχει σφαχτεί.  Για τα σύγλινα μάνα και κόρη κόβγουνε το χοιρνό μικρά κομματάκια, τα βάνουνε μες στο χαρανί, τα αλατίντζουνε, τονε ρίχτουνε πιπέρι και τ’ άλλντα μπαχαρικά και τα φήνουνε να μαερευτούνε καλά, να τηανιστούνε μες στη γλίνα τονε. Φκιάχνουνε ποσά, γιατί τα βαστούνε μέχρι τα τέλη τσ’ Αποκριάς και τα τρώνε μαζί μ’ ένα σωρό φαγιά για ξενόστισμα. 

Τα θες τηανητά μ’ αυγά, τα θες σάρτσα τω μακαρονιώ, με μπελτέδες που ηφκιάχνανε ποσά το καλοκαίρι ή τα θες -το αγαπημένο τση Φραζεσκίνας- με πατάτες τηανητές και χόρτα βραστά, ραδίκια, γαλατσίδες, τσόχοι, αλιβάρβαροι, ό,τι ηβρίσκανε, με μπόλικο λεμόνι και ψωμί ψημένο στη φουφού. Άμα, λοιπό, τοιμαστούνε όλντα τα σύγλινα τα βάνουνε σε βάντζα, ρίχτουνε κι άλλντα μπαχαρικά, πιπέρι, μπαχάρι και κανέλντα κοπανισμένη και τα φήνουνε να πήξει η γλίνα τονε κι έτσι δα να μη χαλούνε. 

Απ’ όλντες τσι διαδικασίες του χοιρνού τση Φραζεσκίνας τση ρέσει πιο πολύ να βλέπει πώς κόβγει η μάνα τση το γκιμά, για λουκάνικα, για γιουβαρλάκια ή για κεφτέδες. Εκείνοι οι κεφτέδες! Τραγανοί-τραγανοί και καλοτηανισμένοι, λες και τση φωνάντζανε σκεπασμένοι μες στη λεκάνη κι όλο ήρπανε κι από κανένα στα κρυφά! Η μάνα τση τσ’ ήβανενε μέσα στη γκάμαρή τση, σε μέρος δροσερό, αν και με τέτοιο μπανιγιέρι όλντα μέσα στο σπίτι ηκουνιούντανε! 

Πού να βρεθεί η τζέστη; Τα γιουβαρλάκια ήπρεπενε να τα μαερέψουνε κι εκείνα γλήορα, να μη βρωμέσει ο κιμάς, κι ήπρεπενε και να τα φάνε μέσα σε μια δυο μέρες, γιατί ε βαστούνε τέτοια φαγιά για πολντύ, είναι πίντζηλα, όσο κρύο κι αν ήκανενε. Για να κόψει, λοιπό, το γκιμά που ηλέαμε, η κερά-Κατερίνα παίρνει δυο μαχαίρια καλοκονισμένα και πάνω στο πλαστήρι τση κόβγει το κρέας ψιλό-ψιλό, όσο πιο μικρά κομματάκια μπορεί, δουλεύγοντας τα μαχαίρια παράλληλα και αντίθετα το ένα από τ’ άλλντο, το ένα δεξιά, τ’ άλλντο αριστερά. 

Για να κάμει τα λουκάνικα βάνει σε μια μεγάλη λεκάνη το γκιμά, ρίχτει μέσα λίο κρασί, γλυκάδι, αλάτι και κοπανισμένα μπαχαρικά, τ’ ανακατεύγει καλά και γεμίντζει τ’ άντερα του χοίρου με μια μικρή πύργια, με φαρδύ στόμα. Τα δένει με σπάγγο κάθε μιαν απιθαμή, για να ξεχωρίντζουνε τα λουκάνικα και μετά η Φραζεσκίνα τηνε βοηθά, τα περνούνε σε καλάμι και τα κρεμνούνε στον ήλιο για να τρέξουνε τα τζουμιά τονε και να στεγνώσουνε. 

Τα επιδέλοιπα άντερα και τη γκοιλιά του χοίρου τα γεμίντζουνε με ρύντζι, κρομμύδι, κουδούμεντο, κοπανισμένα μπαχαρικά και σταφίδες και τα κάνουνε ματιές, που τσι βράντζουνε κι ύστερις τσι τηανίντζουνε με γλίνα. Φαΐ τρέλντα, που τελευταία φορά το τρώανε πια στα τέλη τσ’Αποκριάς. Κάτω-κάτω στο τσικάλι, που τα βάνουνε με αλάτι για να μη χαλάσουνε -κι η τελευταία που βγαίνει κάθε χρόνο-, είναι η κοιλιά του χοίρου.

Κάνουνε και τη ντζηλαδιά, βράντζουνε τη γκεφαλή του χοίρου και μετά τηνε ξεψαχνίντζουνε και μοιράντζουνε τα ψαχνά τση σε κουπάκια γάστρινα κι εμαγιέ. Αποπάνω τονε ρίχτουνε, να τα σκεπάσει καλά, το τζήλο, το τζουμί που ήβρασενε η κεφαλή με μπόλικα μυρωδικά, γλυκάδι και λεμονάκι, αλλά και μπόλικια τζαφορά, για να του δώκει ωραίο κίτρινο χρώμα. Το πιο καλό κομμάτι τσι ντζηλαδιάς, που ηκυνήανε πάντα η Φραζεσκίνα, ήτανε τ’ αυτί του χοίρου, τραγανό-τραγανό και νόστιμο!

Πολντύ νόστιμα είναι και τα χαράματα, που γίνουνται με μεγάλα κομμάτια από το πετσί του χοίρου με όλντο του το λίπος και λία μόνου ψαχνά απάνω του. Τα χαράντζουνε και τα βάνουνε σε κουρούπια, στρώσες-στρώσες με χοντρό αλάτι, που το μαντζεύγουνε το καλοκαίρι από τσ’ αλατσαριές και βαστούνε κει δα μέσα ως το Πάσκα. Κάτω-κάτω στο κουρούπι βάνουνε την ουρά του χοίρου. 

Άμα θένε να τα μαερέψουνε τα βάνουνε αποβραδίς στο νερό να ξαρμυρίσουνε και τα τηανίντζουνε με κρομμύδια ή άλλντη φορά πάλι τα κάνουνε γιαχνί με πατάτες ή με πιλάφι ή με μακαρόνια ματσάτα. Το καλό τση όμως τση Φραζεσκίνας είναι άμα περνούν το χάραμα στη σούβλα και το ψήνουνε πάνω στα κάρβουνα τση παροστριάς. Λειώνει τσιδά το πολντύ  πάχος του και γίνεται λουκούμι.

Μέρες πολεμούνε με τα χοιρνά και εν τελεύγουνε! Κάνουνε και γλίνα για να νοστιμίντζουνε τα φαγιά και τα γλυκά -βουτύρατα άλλντα βλέπεις εν είχανε-, αλλά τηνε τρώνε και στο ψωμί τονε, κάνουνε τσιαρίδες -τα ψιλά κομμάτια του τηανισμένου πάχους που πομένουνε μες στο τηάνι, άμα πάρουνε τη γλίνα-, ακόμα και χοιρομέρια καπνιστά κάνουνε, που τα πηαίνουνε στη θάλασσα ύστερις να τα πλύνουνε να τονε φει η κάπνα.

Εκεί όμως που η Φραζεσκίνα παίρνει το πάνω χέρι στην κουζίνα είναι τα γλυκά. Βέβαια, για τα Χριστούγεννα με τσι τόσες δουλειές, εν ηπρολάβενενε κανείς να κάμει πολλντά πράματα, αλλά για την Πρωτοχρονιά πολεμά μέχρι την παραμονή. Και τι εν κάνει. Μπουρεκάκια, μακαρόνες, ξεροτήανα, κουλντούρες με πολλντά σκέδια και στρινάκια, που τα δίνουνε πεσκέσι σι μικροί, μέρες που ‘ναι. 

Για τα μπουρεκάκια η Φραζεσκίνα ανεί φύλλντο ψιλό-ψιλό, το κόβγει στρογγυλό με τροχουδάκι και μ’ ένα μεγάλο ποτήρι ή πιατάκι για οδηγό, γεμίντζει το δισκάκι με καρύδια, αμύγδαλα, μυρωδικά και μέλι, τα κλείνει και τα κολλντά καλά να μην ανοίουνε. Άμα ψηθούνε τονε βάνει απόξω ζάχαρη κοπανισμένη. 

Για τσι μακαρόνες πάλι κάνει μια τζύμη σαν τα μελομακάρονα, τηνε δουλεύγει να γίνει σαν κορδόνι, τηνε κόβγει σε κομμάτια, τηνε κυλά πάνω σ’ ένα πιατάκι με ξόμπλια για να ‘χει σκέδια και τηνε τηανίντζει. Με μπόλικο μέλι και σισάμι είναι το μόνο γλυκό που υπάρχει σε όλντα τα σπίτια και για του Χριστού και βέβαια για την Πρωτοχρονιά. Πρέπει βλέπεις να τα ‘χουνε όλντα μπόλικα και για τσι επισκέψες, αλλά και για τσι καλαντάρηδες, που βγαίνουνε αργά το βράδυ την παραμονή τση Πρωτοχρονιάς  και γυρνούνε σπίτι-σπίτι με βγιολγκιά και τσαμπούνες.

 Άμα τελέψουνε τα κάλαντα λένε και ρίμες για τσι νοικοκυραίοι και κείνοι τονε δίνουνε λεφτά και τσι τρατέρουνε μεντζέδες, κρασί και κουλντούρες, που τσι περνούνε με σπάγγο στο χέρι ή στο λταιμό τονε. Άμα ε λιβάρουνε να τα πούνε σ’ όλντα τα σπίτια αποβραδίς πηαίνουνε και την άλλντη μέρα. Τα Χριστούγεννα επά στο χωριό μας ε λένε κάλαντα, γιατί είναι όλντοι κουρασμένοι με τα σφαχτά και τσι ετοιμασίες. Μα τσι Πρωτοχρονιάς, που ‘ναι ντόπια και πολλντά, σαν τα Φωτοκάλαντα, εν υπάρχει σπίτι που να πομείνει χωρίς να τα κούσει.

Βασίλη από πού έρχεσαι και δε μας καταδέχεσαι

κι από πούθε κατεβαίνεις και δε μασε συντυχαίνεις.

----------

Κάτσε να φας κάτσε να πιείς, κάτσε τα πάθη σου να πεις,

κάτσε να τραγουδήσεις και να μας καλοκαρδίσεις.

----------

Κι απάνω στο παράθυρο γαρουφαλλάκι πράσινο,

κάθεται μια περιστέρα και του χρόνου τέτοια μέρα.

---------

Τούτα δα σας λέμε μόνου καλά να ‘στε και του χρόνου,

καλά να ‘στε και του χρόνου τούτα δα σας λέμε μόνου.

 

 

 Κατερίνα Μαρινάκη : Δημοσιογράφος - Λαογράφος (Msc)


Γλωσσάρι

αλατσαριές = αλατότοποι

βγιολγκιά = βιολιά

γαλάχτισμα = άσπρισμα με ασβέστη

γάστρες = οι μεγάλες πήλινες λεκάνες του λιοτριβιού, σαν κομμένα κουρούπια, με 2 «αυτιά» για να μεταφέρονται εύκολα

γκέλες = μικρά μαντράκια για τα νεογέννητα ζώα, που υπήρχαν σε συγκεκριμένα χωράφια κάθε αγρότη

γλυκάδι = ξύδι

γύροι = η ασβεστωμένη γραμμή που χωρίζει τον τοίχο από το τσιμεντένιο πάτωμα, την πάτωση

επιδέλοιποι = υπόλοιποι

θεμωνιές = το αγροτικό σπίτι με όλα τα βοηθητικά του κτίσματα

καταλαγιούνε = καταλαγιάζουν

κουδούμεντο = μαϊντανός

κουλντούρες = κουλούρες, στρογγυλού σχήματος μεγάλα κουλούρια με σουσάμι και γλυκάνισο, απαραίτητα για το πρωινό των Φολεγανδρίων

κουρούπια, λεκάνες = πήλινα οικιακά σκεύη

λιβάρουνε = προλάβουνε

λουτρουγιά = λειτουργία

μακαρόνες = είδος τηγανητών μελομακάρονων

ματιές = γεμιστά έντερα

ματσάτα = χειροποίητα φρέσκα μακαρόνια, σαν λαζανάκι

μπανιγιέρης = αέρας που μπαίνει από παντού

ντζηλαδιά = πηχτή με χοιροκεφαλή

πάει του κάκου = πάει χαμένο

παροστριά = τζάκι για το μαγείρεμα

πασκάντζουνε = τρώνε πασχαλινά φαγητά

πίντζηλα = ευαίσθητα, εύθραυστα

πίτερα = πίτουρα, ζωοτροφή

πλαστήρι = ξύλινη επιφάνεια για το άνοιγμα φύλλου

πολεμούνε = ασχολούνται, κάνουν

ποσά = μεγάλες ποσότητες

πύργια = χωνί

ρίμες = είδος μαντινάδων

στρινάκια = κουλούρια -παραλλαγή της κουλούρας- σε διάφορα σχέδια, που τα έδιναν ως δώρο τις γιορτινές ημέρες π.χ. οι νονές στα βαφτιστήρια τους

τζαφορά = ζαφορά, κρόκος, σαφράν

τζευγάρι = όργωμα

τζωντανά, τζα = ζώα

τραβάγιο = πολλές δουλειές

τρατέρουνε = κερνούν

εφέτι = φέτος

φούσκα = ουροδόχος κύστη

χαράματα = παστό χοιρινό

 Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Το μαγικό κουμπί: Χριστουγεννιάτικο παραμύθι

Τα πολύ παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι ήξεραν για το μαγικό κουμπί.

Ήταν γνωστό σε όλους ότι βρισκόταν κάπου θαμένο και έτσι όλοι έλπιζαν πως μια μέρα θα είχαν την τύχη να το πατήσουν και έτσι να εκπληρώσουν κάθε επιθυμία τους.

Δεν ήξεραν όμως ότι για να μπορέσεις να πατήσεςι το μαγικό κουμπί έπρεπε να ήσουν καλόκαρδος, και πάλι, μόνο μιά σου επιθυμία θα μπορούσε να εκπληρωθεί.

Αυτό, το ήξερε μόνο ο γέρο Τηλέμαχος και το είχε γράψει στο ημερολόγιό του για να μην το ξεχάσει, μια και ήταν μεγάλος σε ηλικία. Έτσι η ιστορία του μαγικού κουμπιού έμεινε ξεχασμένη μέσα σ’ ένα παλιό σεντούκι.

Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Έξω μακριά στα δάση ο χειμώνας είχε έρθει. Μπορούσες να το νιώσεις στο παγωμένο έδαφος και να το δεις στα από καιρό πεσμένα φύλλα που κείτονταν εκεί.  Μπορούσες να το ακούσεις στο θυμωμένο βούισμα του ανέμου μέσα απ’ τα γυμνά κλαδιά των δέντρων.

Όμως στην πόλη τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Εδώ δεν υπήρχε τίποτα που να θυμίζει Χριστούγεννα, εκτός από τις στολισμένες βιτρίνες των καταστημάτων και τις φωταψίες στους δρόμους που φάνταζαν ανελέητα γελοίες κάτω από τον καταγάλανο ουρανό. Οι άνθρωποι ξεγελιόνταν απ’ τη λέξη “Δεκέμβρης”, φορούσαν μάλλινες μπλούζες και παλτά και γύριζαν καταϊδρωμένοι στα σπίτια τους! Τα δέντρα, μάταια περίμεναν το ευεργετικό ξεροβόρι που θα έριχνε τα φύλλα τους στη γη….

 

Μια τέτοια ζεστή μέρα βρήκε η Πώλα το ημερολόγιο του γέρο Τηλέμαχου μέσα στο παλιό σεντούκι που βρισκόταν στη σοφίτα. Είχε πάει εκεί πάνω με σκοπό να εξαφανίσει τις αράχνες που το είχαν παρακάνει, και βρέθηκε να ξεφυλλίζει τις φαγωμένες και μισοσβησμένες απ’ το χρόνο σελίδες του ημερολόγιου που έγραφε για το μαγικό κουμπί.

Έτσι έμαθε την ιστορία του και ευχήθηκε να ήταν αληθινή.

“Πόσο θα μου άρεσε να κάνω φέτος Χριστούγεννα με χιόνι!” αναστέναξε.

Εκείνη τη στιγμή, χτύπησε το κουδούνι. Η Πώλα παράτησε το ημερολίγο και έτρεξε ν’ ανοίξει. Στην πόρτα στεκόταν ένας σκυφτός ζητιάνος, απ’ εκείνους που γεμίζουν τις πόλεις στις γιορτές. Της μουρμούρισε κάτι παρακαλεστικά και η Πώλα έτρεξε να του φέρει κάτι.

“ Αλήθεια” -είπε, όταν πια ο γέρος είχε φύγει, “πόσο θάθελε εκείνος ο ζητιάνος να πατήσει το μαγικό κουμπί! Θα ζητούσε όλα τα πλούτη του κόσμου! “

Και βάλθηκε να σκέφτεται ποιοί άνθρωποι θάθελαν να πατήσουν το μαγικό κουμπί, και για ποιό λόγο…

 

Την άλλη μέρα είχε κιόλας ξεχάσει την ιστορία που διάβασε στη σοφίτα. Βγήκε έξω φουριόζα να κάνει τα Χριστουγεννιάτικα ψώνια της.

Γύριζε πίσω στο σπίτι της καταϊδρωμένη μ’ ένα σωρό πράγματα, πατώντας βαριά στο έδαφος, όταν ξαφνικά ένα μυστηριώδες “κρικ” ακούστηκε. Η Πώλα είχε πατήσει το  μαγικό κουμπί!

Ξαφνικά, όλα άρχιζαν ν’ αλλάζουν γύρω της.

Πρώτα πρώτα, σκοτεινά σύννεφα μαζεύτηκαν στον ουρανό. Ο ήλιος χάθηκε πίσω τους αφού οι ακτίνες του τρεμόπαιξαν μια- δυό φορές.

 Άρχιζε να χιονίζει.

Ένας παγωμένος βοριάς φύσηξε και πήρε τα ξερά φύλλα των δέντρων μια βόλτα μέχρι το λιμάνι. Εκεί προσγειώθηκαν στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Τα κύματα άρχισαν να σκουντούν πειραχτικά τις βάρκες που σε λίγο, άρχισαν να χορεύουν τρελλά!

Οι άνθρωποι στους δρόμους έσφιξαν πάνω τους τα παλτά τους και άρχισαν να τρίβουν τα χέρια τους για να τα ζεστάνουν. Το χιόνι δεν άργησε να απλώσει το άσπρο πέπλο του παντού.

Τα παιδιά με τις μύτες τους κόκκινες άρχισαν να παίζουν με το χιόνι με χαρούμενα ξεφωνητά. Όλοι βάλθηκαν να φτιάχνουν ένα τεράστιο χιονάνθρωποι στο κέντρο της πλατείας.

Και η Πώλα;

Με την καρδιά πλημμυρισμένη από ευτυχία παρακολουθούσε την αλλαγή του καιρού. Όταν πια άρχισε να χιονιζει….

-Ζήτω!! ξεφώνισε και πήδηξε απ’ τη χαρά της. Μονομιάς απογειώθηκε και βρέθηκε να στροβιλίζεται ανάμεσα στις νιφάδες του χιονιού. Ανέβηκε τόσο ψηλά, που μπόρεσε να δει ολόκληρη την πόλη σκεπασμένη μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Τότε, έβγαλε από την τσάντα της τις χριστουγεννιάτικες γιρλάντες που είχε αγοράσει και τις πέταξε κάτω. Και εκείνες μεγάλωσαν, μ ε γ ά λ ω σ α ν, ΜΕΓΑΛΩΣΑΝ και στόλισαν όλες τις στέγες των σπιτιών της πόλης.

 

Την άλλη μέρα ξημέρωναν Χριστούγεννα.

Οι καμπάνες χτύπησαν γλυκά μέσα στη μαύρη νύχτα. Η πόλη σκεπασμένη μ’ ένα σάβανο άσπρου χιονιού, άρχισε σιγά-σιγά να ξυπνάει. Οι άνθρωποι, πατώντας πολύ προσεκτικά στο χιόνι κατευθύνταν στις εκκλησιές κρατώντας φαναράκια.

Μια γλυκιά μελωδία ξεχυνόταν από κάθε εκκλησία και ανέβαινε ψηλά, πάνω απ’ τις στέγες των σπιτιών, πάνω απ’ τα ψηλά καμπαναριά, πάνω απ’ τα σύννεφα και τ’αστέρια και γίνονταν μια σκάλα, που ένωνε τον ουρανό με τη γη.

Άσπας Χαβιάρα εκπαιδευτικός

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Αγιορείτικα Χριστούγεννα στο Περιβόλι της Παναγιάς

Ο αέρας φυσά μανιασμένα, τα κύματα βουνό, από τα παράθυρα φαίνονται μόνο τα αναμμένα κεριά. Τα αγιορείτικα Χριστούγεννα στο Περιβόλι της Παναγιάς είναι μυστηριακά. Όπως και η ιερότητα του τόπου. Και αυτό τον ασκητικό τόπο και την αγέρωχη δύναμη του τίμησε ο Πατέρας Επιφάνιος Μυλοποταμινός με τη μαγειρική του.


Κάθε φορά που του μιλούσες εξηγούσε παθιασμένα για τα μυρωδικά που έπρεπε να έχει κάθε φαγητό για να είναι νόστιμο. Ιερή λέξη για τον Πατέρα Επιφάνιο.

Ιερή όσο και η κουζίνα του. Μια κουζίνα λιτή, αυστηρή και περήφανη. Συνυφασμένη με τη δωρική αγιορείτικη γη που τα έχει όλα αλλά με μέτρο.

Και η αγιορείτικη μαγειρική έχει βαθιές ρίζες. Στην αρχαία γη που πατά, τα βυζαντινά

χρυσόβουλα που φυλά τις βιβλιοθήκες, την ιστορία των ασκητών που έχουν ριζώσει στα βράχια. Μια κουζίνα γηγενής και γήινη. Ανθεκτική και αγέρωχη. Μόνο με ό,τι δίνει η γη.

Και ο Επιφάνιος πίστευε ότι αυτή η κουζίνα πρέπει να είναι εξωστρεφής, να ανήκει στους ανθρώπους.

Και κάθε φορά που έβαζε τα τσουκάλια του στη φωτιά δεν μετρούσε για πόσους μαγείρευε.

Ανοίξτε το σπίτι σας, καλέστε τους φίλους σας, μαγειρέψτε μαζί, στρώστε το τραπέζι, πιείτε κρασί και χαρείτε μαζί…». Έτσι έλεγε ο πάτερ Επιφάνιος..... Ισως καλέ μου πατερούλι να γίνει και αυτό στο μέλλον γιατί τώρα είναι δύσκολα τα πράγματα.


Ταχινόσουπα με σελινόριζα (Μονή Αγίου Παύλου)

Βράζετε 1 σελινόριζα ψιλοκομμένη με 2 κρεμμύδια ξηρά, ψιλοκομμένα και 2-3 πατάτες μικρές, ψιλοκομμένες. Όταν μισοβράσουν, ρίχνετε 100-150 γρ. ρύζι γλασέ. Όταν είναι έτοιμη χτυπάτε 2 κουτ. σούπας ταχίνι με το χυμό 2 λεμονιών, και ρίχνετε στη κατσαρόλα. Αφήνετε να πάρει δύο-τρεις βράσεις και αποσύρετε.
Και άλλες συνταγές του Πατέρα Ειφ΄νιου στο olivemagazine
Share:

ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ

> Ελπίζουμε να βασιστούμε σε πιστούς αναγνώστες και όχι σε ακανόνιστες διαφημίσεις. Ευχαριστώ!

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Ενημερωθήτε για νέες αναρτήσεις.

Blog Archive

Recent Posts