Το Σκλαβωμένο παπαδοπαίδι

Το Μιχάλη του παπά Μηνά το γιο τον καλό καιρό τον πιάσανε σκλάβο οι Τούρκοι στα Ψαρά. 

Ήταν επτά χρόνων, τον πουλήσανε και τον αγόρασε ένας Τούρκος πλούσιος και τον πήρε στην Πόλη.

 Εκεί τον ετούρκεψε και τον έμαθε γράμματα και του δωσε μεγάλη θέση στο τελωνείο της Πόλης. Κάποτε πήγε στην Μέκκα με πολλούς άλλους Τούρκους να γίνει Χατζής.

 Στην επιστροφή τους έπιασε παλιόκαιρος και αράξανε στο λιμάνι της Χίου. Εδώ τους κάνανε καραντίνα και τους πήγανε στο Λαζαρέτο, σημερινό Σκυλιτσειο Νοσοκομείο. Εκεί εκάμανε καραντίνα. 

 Μέσα στα κάγκελα της καραντίνας που βρίσκονταν ο Μιχάλης, είδε μια γυναίκα να περνά και να πηγαίνει για τον Βροντάδο. Ήτανε η Μαρού του Κοντού και ύστερα από τόσα χρόνια που' χε να την δει, την εγνώρισε επειδή ήταν γειτόνοι και λεει σε έναν Τούρκο που ήξερε τα Ρωμέικα να της φωνάξει: Κυρά!! Για έλα εδώ. Γνωρίζεις τον παπά Μηνά; Αυτή του απαντά: γειτόνοι ειμαστε και δεν τον γνωρίζω; Πες του πως ο γιος του ο σκλαβωμένος ο Μιχάλης είναι εδώ στην καραντίνα. Η γυναίκα λοιπόν από την χαρά της πέταξε τα ψώνια που κρατούσε και τρέχει στον Βροντάδο και το λέ του παπά. 

Ο παπάς το βάλε στα πόδια και τρεχε. Τρέξανε και τα αδέλφια, συγγενείς και ξένοι να πάνε να δουν τον σκλαβωμένο. Ήταν Σαββατόβραδο απόψαλμα ,του εσπερινού.

 Ο χατζή Δημήτρης ο Βολίκας, συγγενης του παπά, προύχοντας του χωριού και επίτροπος της εκκλησίας, του φωνάζει και του λέει: Παπά Αντώνη, έχε το νου σου, πρόσεχε μην είναι κανένας απατεώνας και σου ανάψει καμία φωτιά στο κεφάλι. Ξέρεις τους Τούρκους πως δεν χορετεύουνε.

  Ο πάπας πήγε στην καραντίνα αλλά που να δώσει εμπιστοσύνη που ήταν τριάντα χρόνων παλικάρι και είχε είκοσι χρόνια να τον δει; Του λέει ο Δραγουμάνος: Παπά εφέντη, αυτός είναι ο γιος σου ο Μιχάλης που τον πιάσανε σκλάβο και θέλει να έλθει στο σπίτι σου. Ο πάπας λοιπόν του απαντά: Που θα καταλάβω ύστερα από είκοσι χρόνια πως είναι το παιδί μου; Ο Μιχάλης λέει μονομιάς τουρκικά στο Δραγουμάνο του: Για πες του παπά μου, δεν είχε η άμια η Μαριγώ του Βολικά ένα σκυλάκι και της το κλεψα; Ο πάπας πάλι δεν πίστεψε και ο Μιχάλης λέει Τούρκικα: Δεν είμαι εγώ παπά Μηνά παιδί; και έκλαψε. Δεν είχαμε, λέει, μια κουντουρουδιά ομπρός στο σπίτι μας κι ήπεσα κάτω και χτύπησα στο χέρι; κι ανεμπουκώνει το μπράτσο του και δείχνει το σημάδι. Τότε ο παπάς τον θυμήθηκε ,τον γνώρισε και ρίχτηκε πάνω στο παιδί του, τ' αγκάλιασε, το φιλούσε και έκλαιγε. Μιχάλη μου, παιδί μου, Μιχάλη μου 

Μπαμπά μου, μπαμπά μου λέει ο Μιχάλης. 

   Τώρα πατέρας και παιδί αγκαλιάζονται, φιλιούνται και κλαίνε από χαρά. 

   Από την καραντίνα δεν ήταν εύκολο να φύγει. Αλλά επειδή ήτανε μεγάλο πρόσωπο, του δωκαν την άδεια και βγήκε έξω με την υπόσχεση πως θα πάει πάλι. Εκείνος όμως ήλθε στον Βροντάδο τον πιάσανε στις διασκεδάσεις ,τα τραγούδια και του χορούς και έτσι έμεινε έξω χωρίς να βάλει ο νους του πως ήταν καμία φορά στην Πόλη. 

Ένα διάστημα ο Μιχάλης προσκυνούσε σαν Τούρκος. Με κανέναν τρόπο δεν ήθελε να παρατήσει το ναμάζι του. Ο παπά Μηνάς κατάκαρδα λυπόταν γι αυτό. 

Εγώ, έλεγε, ο λειτουργός του Υψίστου να έχω γιό Τούρκο. Θεέ μου φώτισέ τον να αρνηθεί την παλαιάν εκείνην πλάνην και έμπλησον αυτόν της εις σε πίστεως και ελπίδος και αγάπης.

 Έτσι καθημερινά προσευχόταν ο παπάς και ο Θεος ήκουσε την δέησή του. Κι η παπαδιά για το χατίρι του Μιχάλη καλούσε τα κορίτσια της γειτονιάς στο σπίτι τους και πιάνανε χορό. Η Ζαμπελού του Σιδέρα εσυμπάθησε τον Μιχάλη, ετραγουδουσε και έλεγε: 

Κομμάτια κ'αν με κάμετε,

Θρούβαλα σαν το ρύζι 

Όλοι η Τουρκιά και αν μαζευτεί 

Δεν μας αποχωρήζει .

Βασιλικό' χω στο νερό

Για του παπά Μηνά τον γιο.

Γραμματισμένε να σε πω 

Για κοντυλογραμμένε 

Για μόσκο από τον Γιαμπέ 

Λιγνέ και ζαχαρένιε.

  Ο Μιχάλης εσυμπάθησε και αυτός την Ζαμπελού και της τραγούδησε: 

Μπιρ ακρεντίλ ντε ντιν σανάμ 

Γκιουλού φαγιά κουάρσι.

Μπιρ ακρεντίλ ντε ντιν σανάμ

Σακίν νονού μαγιάρσι 

  Και ο Μιχάλης πήγε την Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ στην εκκλησία. Εκεί με μεγάλη κατάνυξη και ευχαρίστηση παρακολούθησε την ακολουθία του Επιταφίου, εθαύμασε το μεγαλείο και την δόξα της εκκλησίας και από τότε δεν ξαναπροσκύνησε πια Τούρκικα. Μια μέρα είπε στην παπαδιά: Μάνα, εγώ το Ζαμπελού θα πάρω. Έτσι λοιπόν κάμανε τα σιάσματα με την ευχή των γονιών τους κι' εμπαρκάρισε και ο Μιχάλης με το καραβάκι του θείου του, του Καπετάν Νικολό του Φραγκάκη, τ' αδελφού της μάνας του, για το ταξίδι με την συμφωνία να δουλέψει και να ετοιμαστεί και στον γυρισμό νά'ρθει να παντρευτεί. Αλλά ο Μιχάλης στο ταξίδι κρύωσε, πούντιασε και γύρισε στην πατρίδα άρρωστος βαριά. Ο γιατρός ο Ντομίνικος φίλος άκρος του παπά, τον κουράριζε. Όταν είδε τον Μιχάλη, μέρα την ημέρα να πηγαίνει στο χειρότερο και ελπίδα σωτηρίας να μην υπάρχει, λέει του παπά: Παπά Αντώνη να πάρεις το παιδί σου να το πας στην Τήνο να αποθάνει, γιατί αν πεθάνει στην Χίο θα σου το πάρουν οι Τούρκοι και θα το θάψουν κατά την πίστη τους. 

  Ο πάπας λοιπόν πήρε τον Μιχάλη, τον έβαλε σε ένα καΐκι και αναχώρησε για την Τήνο. 

  Πότε έφυγε από την Χίο, ποτέ έφθασε στην Τήνο και τί απέγινε ο Μιχάλης, θα μας το πει τώρα το ληξιαρχικό βιβλίο του παπά Μηνά, που σώζεται στα χέρια του γράφοντος και που είναι τρισεγγόνι του παπά: 

1844 Αυγούστου 17.

Ήφυγα από την Χιόν. Εριβάρινσα στην Τήνο στις δεκαεννιάν.

Ήλαβεν το κοινόν χρέος ο γιος μου ο Μιχάλης Αυγούστου 28, ημέραν Δεπτέραν, περαζμένο το μεσημέριν ώρες 3. 

Εθάψαμέ τον στη Βαγγελίστριαν σε μαρμαρίτικο μνήμα νούμερον 56 στην καινούριαν κόσταν ταγιού Γιαννιού την ημέρα απόψαλμα της λουτουργιάς τον εθάψανε. 

Εξόδεψα δρ.25

Στον γιατρόν 10.


Διήγημα ιστορικό του αείμνηστου παπά Μάρκου Αγ. Βασιλάκη.

Πηγή Μάρκος Τσαμπλακος 

Share:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ

> Ελπίζουμε να βασιστούμε σε πιστούς αναγνώστες και όχι σε ακανόνιστες διαφημίσεις. Ευχαριστώ!

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Ενημερωθήτε για νέες αναρτήσεις.

Labels

Blog Archive

Recent Posts