Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστουγεννιάτικο παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστουγεννιάτικο παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το μαγικό κουμπί: Χριστουγεννιάτικο παραμύθι

Τα πολύ παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι ήξεραν για το μαγικό κουμπί.

Ήταν γνωστό σε όλους ότι βρισκόταν κάπου θαμένο και έτσι όλοι έλπιζαν πως μια μέρα θα είχαν την τύχη να το πατήσουν και έτσι να εκπληρώσουν κάθε επιθυμία τους.

Δεν ήξεραν όμως ότι για να μπορέσεις να πατήσεςι το μαγικό κουμπί έπρεπε να ήσουν καλόκαρδος, και πάλι, μόνο μιά σου επιθυμία θα μπορούσε να εκπληρωθεί.

Αυτό, το ήξερε μόνο ο γέρο Τηλέμαχος και το είχε γράψει στο ημερολόγιό του για να μην το ξεχάσει, μια και ήταν μεγάλος σε ηλικία. Έτσι η ιστορία του μαγικού κουμπιού έμεινε ξεχασμένη μέσα σ’ ένα παλιό σεντούκι.

Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Έξω μακριά στα δάση ο χειμώνας είχε έρθει. Μπορούσες να το νιώσεις στο παγωμένο έδαφος και να το δεις στα από καιρό πεσμένα φύλλα που κείτονταν εκεί.  Μπορούσες να το ακούσεις στο θυμωμένο βούισμα του ανέμου μέσα απ’ τα γυμνά κλαδιά των δέντρων.

Όμως στην πόλη τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Εδώ δεν υπήρχε τίποτα που να θυμίζει Χριστούγεννα, εκτός από τις στολισμένες βιτρίνες των καταστημάτων και τις φωταψίες στους δρόμους που φάνταζαν ανελέητα γελοίες κάτω από τον καταγάλανο ουρανό. Οι άνθρωποι ξεγελιόνταν απ’ τη λέξη “Δεκέμβρης”, φορούσαν μάλλινες μπλούζες και παλτά και γύριζαν καταϊδρωμένοι στα σπίτια τους! Τα δέντρα, μάταια περίμεναν το ευεργετικό ξεροβόρι που θα έριχνε τα φύλλα τους στη γη….

 

Μια τέτοια ζεστή μέρα βρήκε η Πώλα το ημερολόγιο του γέρο Τηλέμαχου μέσα στο παλιό σεντούκι που βρισκόταν στη σοφίτα. Είχε πάει εκεί πάνω με σκοπό να εξαφανίσει τις αράχνες που το είχαν παρακάνει, και βρέθηκε να ξεφυλλίζει τις φαγωμένες και μισοσβησμένες απ’ το χρόνο σελίδες του ημερολόγιου που έγραφε για το μαγικό κουμπί.

Έτσι έμαθε την ιστορία του και ευχήθηκε να ήταν αληθινή.

“Πόσο θα μου άρεσε να κάνω φέτος Χριστούγεννα με χιόνι!” αναστέναξε.

Εκείνη τη στιγμή, χτύπησε το κουδούνι. Η Πώλα παράτησε το ημερολίγο και έτρεξε ν’ ανοίξει. Στην πόρτα στεκόταν ένας σκυφτός ζητιάνος, απ’ εκείνους που γεμίζουν τις πόλεις στις γιορτές. Της μουρμούρισε κάτι παρακαλεστικά και η Πώλα έτρεξε να του φέρει κάτι.

“ Αλήθεια” -είπε, όταν πια ο γέρος είχε φύγει, “πόσο θάθελε εκείνος ο ζητιάνος να πατήσει το μαγικό κουμπί! Θα ζητούσε όλα τα πλούτη του κόσμου! “

Και βάλθηκε να σκέφτεται ποιοί άνθρωποι θάθελαν να πατήσουν το μαγικό κουμπί, και για ποιό λόγο…

 

Την άλλη μέρα είχε κιόλας ξεχάσει την ιστορία που διάβασε στη σοφίτα. Βγήκε έξω φουριόζα να κάνει τα Χριστουγεννιάτικα ψώνια της.

Γύριζε πίσω στο σπίτι της καταϊδρωμένη μ’ ένα σωρό πράγματα, πατώντας βαριά στο έδαφος, όταν ξαφνικά ένα μυστηριώδες “κρικ” ακούστηκε. Η Πώλα είχε πατήσει το  μαγικό κουμπί!

Ξαφνικά, όλα άρχιζαν ν’ αλλάζουν γύρω της.

Πρώτα πρώτα, σκοτεινά σύννεφα μαζεύτηκαν στον ουρανό. Ο ήλιος χάθηκε πίσω τους αφού οι ακτίνες του τρεμόπαιξαν μια- δυό φορές.

 Άρχιζε να χιονίζει.

Ένας παγωμένος βοριάς φύσηξε και πήρε τα ξερά φύλλα των δέντρων μια βόλτα μέχρι το λιμάνι. Εκεί προσγειώθηκαν στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Τα κύματα άρχισαν να σκουντούν πειραχτικά τις βάρκες που σε λίγο, άρχισαν να χορεύουν τρελλά!

Οι άνθρωποι στους δρόμους έσφιξαν πάνω τους τα παλτά τους και άρχισαν να τρίβουν τα χέρια τους για να τα ζεστάνουν. Το χιόνι δεν άργησε να απλώσει το άσπρο πέπλο του παντού.

Τα παιδιά με τις μύτες τους κόκκινες άρχισαν να παίζουν με το χιόνι με χαρούμενα ξεφωνητά. Όλοι βάλθηκαν να φτιάχνουν ένα τεράστιο χιονάνθρωποι στο κέντρο της πλατείας.

Και η Πώλα;

Με την καρδιά πλημμυρισμένη από ευτυχία παρακολουθούσε την αλλαγή του καιρού. Όταν πια άρχισε να χιονιζει….

-Ζήτω!! ξεφώνισε και πήδηξε απ’ τη χαρά της. Μονομιάς απογειώθηκε και βρέθηκε να στροβιλίζεται ανάμεσα στις νιφάδες του χιονιού. Ανέβηκε τόσο ψηλά, που μπόρεσε να δει ολόκληρη την πόλη σκεπασμένη μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Τότε, έβγαλε από την τσάντα της τις χριστουγεννιάτικες γιρλάντες που είχε αγοράσει και τις πέταξε κάτω. Και εκείνες μεγάλωσαν, μ ε γ ά λ ω σ α ν, ΜΕΓΑΛΩΣΑΝ και στόλισαν όλες τις στέγες των σπιτιών της πόλης.

 

Την άλλη μέρα ξημέρωναν Χριστούγεννα.

Οι καμπάνες χτύπησαν γλυκά μέσα στη μαύρη νύχτα. Η πόλη σκεπασμένη μ’ ένα σάβανο άσπρου χιονιού, άρχισε σιγά-σιγά να ξυπνάει. Οι άνθρωποι, πατώντας πολύ προσεκτικά στο χιόνι κατευθύνταν στις εκκλησιές κρατώντας φαναράκια.

Μια γλυκιά μελωδία ξεχυνόταν από κάθε εκκλησία και ανέβαινε ψηλά, πάνω απ’ τις στέγες των σπιτιών, πάνω απ’ τα ψηλά καμπαναριά, πάνω απ’ τα σύννεφα και τ’αστέρια και γίνονταν μια σκάλα, που ένωνε τον ουρανό με τη γη.

Άσπας Χαβιάρα εκπαιδευτικός

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Το ξωτικό με την παγωμένη καρδιά: Χριστουγεννιάτικο παραμύθι Ν9




Mια φορά και έναν καιρό σε ένα μαγικό χωριό  ζούσαν τα ξωτικά του Αϊ-Βασίλη αγαπημένα και ευτυχισμένα. Όλα τους ήταν πολύ εργατικά και πολύ ευγενικά…έκτος από ένα…Αυτό το μικρό ξωτικό ήταν πολύ τεμπέλικο και ζωηρό… Κάθε πρωί που ξύπναγε κορόιδευε τα υπόλοιπα ξωτικά που δούλευαν πυρετωδώς για να ετοιμάσουν τα δώρα και τα γλύκα των Χριστουγέννων.Το ξωτικό αυτό το έλεγαν Ράιντεν Ρέιντερ Κόνι Πώλ ή απλά Πωλ! Ο Πωλ δεν είχε καταφέρει να δουλέψει σωστά σε κανένα από τα εργαστήρια του Αϊ Βασίλη. Συνεχώς προκαλούσε μπελάδες…

Αρχικά δοκίμασε να εργαστεί στο εργαστήρι παιχνιδιών αλλά το μόνο που έκανε ήταν να χαλάει τις ρόδες των ποδηλάτων ώστε να μην κυλούν!

Ο Αϊ Βασίλης που τον αγαπούσε τόσο πολύ τον είχε στείλει στο εργαστήρι σοκαλάτας… όμως και εκεί ο Πωλ προκαλούσε μόνο φασαρίες… Βουτούσε μέσα στη σοκολάτα και κατέστρεφε τα σοκολατένια στολίδια.

Στη συνέχεια είχε εργαστεί στο εργαστήρι περιτυλίγματος …όμως αυτό που έκανε ήταν πέρα από κάθε φαντασία…κόλλαγε τα περιτυλίγματα με τσίχλα γιατί βαριόταν να κόβει την κολλητική ταινία!!

Την τελευταία φορά είχε δουλέψει μόλις για 15 λεπτά στο εργαστήρι γραμμάτων…όμως η αποτυχία ήταν παταγώδης όταν πασάλειψε όλα τα γράμματα με πολύχρωμα μελάνια για να κοροϊδέψει τα υπόλοιπα ξωτικά.

Όλα τα ξωτικά ήταν πολύ απογοητευμένα από τον Πωλ και είχαν θυμώσει πολύ μαζί του… όμως ο Αϊ Βασίλης πάντα έβρισκε ένα καλό λόγο για να ηρεμίσει τους πάντες και πάντα έδινε στον Πώλ μια ακόμα ευκαιρία ελπίζοντας ότι θα καταλάβει το λάθος του.

Μια μέρα ο Πωλ συνάντησε στο δρόμο ένα ξωτικό διαφορετικό από τα υπόλοιπα…αυτό το ξωτικό είχε ρόδες αντί πόδια…όταν ο Πώλ το είδε άρχισε να το κοροϊδεύει και να το πειράζει…

- Χαχαχα μα πως είσαι έτσι; του έλεγε! Δε θα έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ…εδώ είναι το χωριό των ξωτικών του Αϊ Βασίλη και εσύ δεν είσαι ξωτικό…είσαι ένα παράξενο αλλόκοτο και άσχημο πλάσμα. Εσύ δε μπορείς να δουλέψεις σε κανένα από τα εργαστήρια του Αϊ Βασίλη… δεν έχεις καν πόδια.

Το μικρό ξωτικό με τις ρόδες, τον προσπέρασε και κλαίγοντας μπήκε στο σπίτι του χωρίς να πει ούτε μια λέξη.

Ο Πωλ το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί όμως κάτι παράξενο συνέβη εκείνη τη βραδιά…δεν ήταν ένα βράδυ όπως όλα τα άλλα…! Ο Πωλ ξαφνικά ένιωσε μια παγωνιά στην καρδιά του…ένιωσε όπως δεν είχε ξανανιώσει ποτέ. Το πρωί όταν ξύπνησε τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Τα μαλλιά του ήταν άσπρα σαν μπαμπάκι, το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σαλόνι του ήταν ξερό χωρίς ούτε ένα στολίδι, η ταυτότητα του ξωτικού είχε γίνει στάχτη πάνω στο τραπέζι και το χειρότερο όλων ήταν ότι η καρδιά του ήταν παγωμένη.

Αμέσως έτρεξε να ζητήσει βοήθεια στο Αϊ Βασίλη…Αυτός ίσως μπορεί να φτιάξει τα πράγματα σκέφτηκε. Τρέχοντας έφτασε στο σπίτι του Αϊ Βασίλη και βιαστικά βιαστικά χτύπησε την πόρτα και του είπε: Δες τι έπαθα…βοήθησέ με καλέ μου Αϊ Βασίλη και του έδειξε τη στάχτη από την ταυτότητά του ξωτικού.

Όταν ο Αϊ Βασίλης τον είδε…γούρλωσε τα μάτια του, τον αγκάλιασε και του είπε ότι αυτό ήταν μια μαγεία…τόσο δυνατή που ούτε ο ίδιος δε θα μπορούσε να τη λύσει… και αμέσως επέστρεψε στο εργαστήρι του για να τελειώσει τη λίστα των καλών παιδιών.

Ο Πωλ απογοητευμένος, ζήτησε βοήθεια από όλα τα εργαστήρια των ξωτικών…όμως κανένα δε δέχτηκε να τον βοηθήσει.

-Καλά λοιπόν… θα επιστρέψω σπίτι και τα φτιάξω όλα μόνος μου είπε. Πήγε σπίτι, άναψε το τζάκι, άναψε μια σόμπα, φόρεσε 2 παλτό και 5 κάλτσες και περίμενε να νιώσει ζεστασιά…μάταια όμως. Η καρδιά του ήταν τόσο παγωμένη που δεν μπορούσε να αισθανθεί τίποτα..!!

-Δε θα τα παρατήσω μπορώ να το φτιάξω είπε… έκανε μια ζεστή σοκολάτα και μια δεύτερη και μια τρίτη αλλά και πάλι τίποτα…ήδη είχε βραδιάσει και η παγωνιά στην καρδιά του όλο και μεγάλωνε!

Ξαφνικά μέσα στην ηρεμία της νύχτας ακούστηκαν ρόδες στην πόρτα του…

-Μα τι μπορεί να είναι; σκέφτηκε και χωρίς άλλη σκέψη άνοιξε την πόρτα του… τι να δει.. ήταν το ξωτικό με τις ρόδες!

- Έμαθα τα νέα σου του είπε και ήρθα να σε βοηθήσω και να σου κάνω παρέα!

-Τι; Εσύ ; Πως είναι δυνατόν; Σου φέρθηκα απαίσια προχθές και εσύ ήρθες να με βοηθήσεις;

-Μα και βέβαια του είπε το ξωτικό με τις ρόδες…εγώ δουλεύω στο εργαστήρι του γιατρού και μπορώ να σε φροντίσω μέχρι να γίνει καλά του απάντησε και αμέσως μπήκε στην κουζίνα και του  έφτιαξε ένα μαγικό βότανο.

-Πιες αυτό του είπε.

Θα το πιώ αλλά θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη. Λυπάμαι πολύ για ότι συνέβη... δεν έπρεπε να σε κοροϊδέψω, είσαι τόσο ξεχωριστό ξωτικό και εγώ δεν το είχα καταλάβει. Θα με συγχωρέσεις;

Το ξωτικό με τις ρόδες και τη μεγάλη καρδιά τον αγκάλιασε και τον συγχώρησε… και τόσο ήταν που συνέβη κάτι ακόμα πιο μαγικό…Τα φώτα στο δέντρο άναψαν, τα στολίδια εμφανίστηκαν, η ταυτότητα του ξωτικού επανήλθε από τις στάχτες της και έγινε σαν καινούρια. Ξαφνικά η παγωμένη καρδιά του Πωλ ζεστάθηκε και ο ίδιο άστραψε από χαρά και ευτυχία.

Ήταν η μαγεία της ειλικρινής συγγνώμης που τον γιάτρεψε! Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!!

Καλά Χριστούγεννα

Με αγάπη Μπόη Μαρία εκπαιδευτικός 

 Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

 


Share:

ΩΣ ΤΟΝ ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗ: Χριστουγεννιάτικο παραμύθι Ν8

       Μια νύχτα γιορτινή, σε ένα μικρό νησί...


-Πείτε μου, αγόρια μου, τι θέλετε να σας φέρει ο Άγιος Βασίλης;

-Μπαμπά, εγώ θέλω ένα μεγάλο δέντρο!

-Εγώ θέλω πολλά, λαμπερά στολίδια. Εσύ, μπαμπά, τι θέλεις;

-Εγώ θα ήθελα... να στολίσουμε το δέντρο μαζί!

      Και ποιος δεν ήθελε! Όμως, ο μπαμπάς δεν ήταν στο νησί, αλλά σε ένα καράβι στην άλλη άκρη της γης. «Έτσι δουλεύουν μερικοί μπαμπάδες, είναι ναυτικοί», έλεγε η μαμά.

      Τα αγόρια ευχήθηκαν να είχαν ένα δέντρο τόσο ψηλό που, αν σκαρφάλωνες σε αυτό, να έφτανες στον Αϊ-Βασίλη και να ζητούσες ό,τι ήθελες! Τόσο λαμπερό, που να το έβλεπε ο μπαμπάς, όπου κι αν βρισκόταν.

      Το πρωί των Χριστουγέννων βρήκαν στο σαλόνι ένα μικρό δεντράκι κι ένα γράμμα από τον Αϊ-Βασίλη!

«Καλά μου παιδάκια, το δεντράκι, που σας έκανα δώρο, μεγαλώνει με ΑΓΑΠΗ! Κάθε φορά που σκέφτεστε κάποιον με αγάπη, το δέντρο θα ψηλώνει. Ποιος ξέρει πόσο ψηλά θα φτάσει;

Στολίδια λαμπερά θα γίνουν οι ελπίδες σας. Κάθε ευχή σας θα λαμποκοπάει σαν αστέρι».

      Το δέντρο ψήλωνε... και ψήλωνε κι έγινε τόσο μεγάλο που, αν ήθελε, ο Αϊ-Βασίλης θα μπορούσε να κατέβει κάνοντας τσουλήθρα στα κλαδιά του! Έγινε τόσο λαμπερό, όπως η λαχτάρα των παιδιών να έχουν τον μπαμπά στο σπίτι την Πρωτοχρονιά! Τόσο μαγικό, που ο εκείνος μπορούσε να το δει και να νιώσει ότι τον αγαπούν! Δεν ένιωθε πια τόσο μόνος.

     Εκείνη την Πρωτοχρονιά ήταν λες και πραγματοποιήθηκαν όλες οι ευχές.

Χμμμμ όλες; Η καλύτερη ευχή έμεινε για αργότερα...

       Ένα χρόνο μετά, τα παιδιά δε χρειάζονταν κανένα πελώριο δέντρο για να δείξουν την αγάπη τους. Γιατί το στόλιζαν όλοι μαζί στο σπίτι!  

     Όμως, αν κοιτούσαν έξω, στον ουρανό μπορούσαν να δουν χιλιάδες θεόρατα, στολισμένα δέντρα, που έστελναν αγάπη στα καράβια όλης της γης!

Ολγα Κουση εκπαιδευτικός

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!
Share:

Πλησιάζουν Χριστούγεννα: Χριστουγεννιάτικο παραμύθι Ν5

                                                Πλησιάζουν Χριστούγεννα.

Ο καιρός είναι ζεστός με κάποια ξαφνικά κρύα. Είναι σαν να είμαστε στο φθινόπωρο αρχές Νοέμβρη. Ελπίδα για χιόνια, μόνο στα όνειρα. Όπως και για πολλά άλλα….

Πως είναι όμως ν’ονειρεύεσαι, να ξυπνάς και να συνειδητοποιείς πως τ’όνειρο είναι η πραγματικότητα;

 

Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Όλοι τα περιμένουν με χαρά. Να ξεκουραστούν απ’τον καθημερινό μόχθο. Ν ‘ αναπολήσουν εποχές αθώες όπως τότε που υπήρχε η ελπίδα ή ακόμα πιο παλιά, η πίστη, ότι τα όνειρα βγαίνουν αληθινά.

Γατζωμένο πάνω απ’τα βράχια είναι το μικρό πέτρινο εκκλησάκι. Ποιός ξέρει πόσα χρόνια. Με την καμπάνα κρεμασμένη στα κλαδιά μιας συκιάς που απλώνει τις κλάδες της μέχρι τον ταπεινό περίγυρό του. Και εκείνα τα Χριστούγεννα θα τα περάσει έρημο και παγωμένο. Στο τέμπλο θα κολλάει η υγρασία τη σκόνη πάνω στις εικόνες, και μερικοί σοβάδες θα πέσουν και φέτος κάτω απ’την αψιδωτή οροφή του. Και ίσως, μια απ’αυτές τις άγιες μέρες να περάσει κάποιος ν’ ανάψει το φτωχό καντήλι του.

Πέφτει το δείλι. Σύννεφα κόκκινα στη δύση βάφουν τον ουρανό απ’άκρη σ’ άκρη κι αντιφεγγίζουν πάνω στα ακύμαντα νερά του λιμανιού. Ησυχία. Δεν υπάρχει ψυχή. Μόνο δύο πάπιες σουλατσάρουν πάνω κάτω στην παραλία. Και ένα κοτσύφι πετάγεται τρομαγμένο ενώ το χαζεύει απτόητος ένας γλάρος από ψηλά.

Στην πραγματικότητα υπάρχουν άνθρωποι πολλοί. Που πάνε κι έρχονται. Που κορνάρουν μέσα απ’αυτοκίνητα, που γκαζώνουν μηχανάκια.

Μα τώρα είναι τ’ όνειρο.

Βαδίζω στην παραλία. Ξέρω αν θ’ απλώσω τα χέρια μου θ’ αγγίξω τον ουρανό. Και τα γαλήνια νερά. Μπορεί και να πετάξω, σαν το γεράκι, κόντρα στον άνεμο. Να, πέταξα! Πάω για το ξωκκλήσι. Το ετοιμάζω για την γιορτή. Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα.

Είναι πολύ πρωί, και φέγγουν ακόμα τ’ αστέρια. Κι ένα αστέρι, εκεί πάνω ψηλά μου φαίνεται πως φέγγει λίγο πιο έντονα. Έχει πέσει ο αγέρας που φυσούσε. Βαδίζω προς το εκκλησάκι κρατώντας ένα μικρό φαναράκι να μου φέγγει. Απο τα γύρω μονοπάτια πολλά μικρά φαναράκια εμφανίζονται. Τρεμοπαίζουν καθώς ταλαντεύονται στο χέρι που τα κρατάει. Γεμίζει το εκκλησάκι, γεμίζει και η αυλή του. Και ο κόσμος συνεχίζει να έρχεται. Όλοι βουβοί, μόνο με την καρδιά τους να τραγουδάει το “Χριστός, γεννάται”

Και ξημερώνει η μέρα. Η θάλασσα γαλήνια, γκρίζα καθρεφτίζει τον συννεφιασμένο ουρανό. Και αρχίζει να χιονίζει. Η λειτουργία τελειώνει και όλοι μας κατευθυνόμαστε στις ζεστές εστίες μας. Πριν καλά καλά γυρίσουμε το έχει στρώσει. Χωνόμαστε γρήγορα μέσα στη θαλπωρή των κοιμισμένων σπιτιών. Εμείς κι οι άγγελοι μας

Ασπα Χαβιάρα εκπαιδευτικός 

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Ο βοηθός του Αη-Βασίλη - Χριστουγεννιάτικο παραμύθι 4

Ο βοηθός του Αη-Βασίλη

Κάποτε, σε ένα μικρό αιγαιοπελαγίτικο νησάκι, ζούσε ένα μικρό αγοράκι που το λέγανε Χριστάκη. Ζούσε με τη μητέρα του, γιατί ο πατέρας του, που ήταν ναυτικός, όπως άλλωστε οι περισσότεροι άντρες του νησιού, έλειπε σε ταξίδι για πολύ καιρό.


Ήταν χειμώνας, έκανε πολύ κρύο και καθώς βράδιαζε, ξεκίνησαν να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες του χιονιού. Η ζεστασιά από το  τζάκι που ήταν αναμμένο από νωρίς και η ευωδιά από τα μελομακάρονα που ετοίμαζε η μητέρα στην κουζίνα, πρόσφεραν μια γλυκιά θαλπωρή στο σπίτι.

Ο Χριστάκης, καθισμένος στην αγαπημένη του γωνιά του σπιτιού, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, παρακολουθούσε έξω από το παράθυρο τις νιφάδες του χιονιού που χόρευαν απαλά τον ρυθμικό χορό τους. Τότε θυμήθηκε τη δασκάλα του, που τους είχε πει ότι παρά το γεγονός ότι όλες μοιάζουν μεταξύ τους, αν τις παρατηρήσει κανείς προσεκτικά θα διαπιστώσει ότι η καθεμιά είναι διαφορετική.

Πόσο του έλειπε αυτή τη στιγμή, όπως και πολλές άλλες φορές, το σχολείο του που ήταν κλειστό εξαιτίας αυτού του τρομακτικού ιού που κρατά αναγκαστικά τους ανθρώπους σε απόσταση μέχρι να εξαφανιστεί και να μην κινδυνεύουν πια από την ύπαρξή του. Του έλειπαν οι συμμαθητές του, τα γέλια και οι φωνές στα διαλείμματα, τα παιχνίδια που έπαιζε με του φίλους του στην αυλή, μέχρι και οι τσακωμοί που πάντα τελείωναν με μια αγκαλιά κι ένα «συγνώμη». Του έλειπε και η δασκάλα του, η κυρία Μαργαρίτα, με τη γλυκιά φωνή και το χαμόγελο, ακόμα κι αν τους μάλωνε καμιά φορά όταν ζωήρευαν στην τάξη κι όλα τα ωραία πράγματα που τους μάθαινε.

Αυτά σκεφτόταν και επειδή πλησίαζαν οι γιορτές  έπρεπε να σκεφτεί ακόμη τι θα ζητούσε από τον Αη Βασίλη στο γράμμα που θα του έγραφε, όπως κάθε χρόνο. Η ώρα όμως είχε περάσει και τα βλέφαρά του σιγά σιγά άρχισαν να κλείνουν και αποκοιμήθηκε. Τότε είδε ένα από τα πιο όμορφα όνειρα που είχε δει στη ζωή του και θα το θυμόταν για καιρό.

Είδε, λοιπόν, ότι ο Αη Βασίλης με το έλκηθρό του που το έσερναν τέσσερα πανέμορφα ελαφάκια, σταμάτησε στην αυλή του σπιτιού τους και τον κάλεσε να πάει μαζί τους για να τον βοηθήσει να μοιράσουνε τα δώρα στα παιδιά. Του είπε ότι τον διάλεξε για βοηθό του, γιατί εντυπωσιάστηκε από το γράμμα που του έστειλε και στο οποίο του έγραφε ότι ειδικά φέτος δεν επιθυμεί ένα δώρο για τον εαυτό του, αλλά η ευχή του είναι να επιστρέψει ο πατέρας του για τις γιορτές και να μπορεί σύντομα να δει και να αγκαλιάσει τον παππού και τη γιαγιά, να μπορεί να παίξει με τους φίλους του και τα ξαδερφάκια του και να ξαναπάει στο σχολείο για να ανταμώσει τους συμμαθητές του και τη δασκάλα του.

Επίσης, ο Αη Βασίλης συγκινήθηκε, γιατί ο Χριστάκης του ζήτησε να δώσει προτεραιότητα και να μοιράσει πρώτα πολλά δώρα στα φτωχά παιδάκια που έχουν περισσότερη ανάγκη για παιχνίδια και στα άρρωστα παιδάκια με την ευχή να γίνουν γρήγορα καλά!

Έτσι κι έγινε λοιπόν, ο Χριστάκης ανέβηκε στο έλκηθρο του Αη Βασίλη και έγινε συνοδηγός του. Πετούσαν πάνω στον ουρανό και ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο. Ανάμεσα στα σύννεφα και τα αστέρια ο Χριστάκης μπορούσε να διακρίνει τις θάλασσες, τα βουνά, τις λίμνες και τα ποτάμια και κάθε τόσο σταματούσαν στις πολιτείες και στα χωριά μοιράζοντας μέσα από τις καμινάδες δώρα σε όλα τα παιδάκια του κόσμου χωρίς να αφήσουν κανένα παραπονεμένο.

Όταν μοίρασαν μέχρι και το τελευταίο παιχνίδι που είχε μέσα ο σάκος του Αη Βασίλη, ο Χριστάκης πετάχτηκε από τον ύπνο του, γιατί άκουσε ένα σφύριγμα έξω στον δρόμο. Τον ήξερε πολύ καλά αυτό τον γνώριμο ήχο, ήταν ένας σκοπός τραγουδιού που του τραγουδούσε ο πατέρας του από τότε που ήταν μωρό. Έτρεξε με λαχτάρα στην πόρτα και διέκρινε την ψηλή φιγούρα του πατέρα του να πλησιάζει στο σπίτι φορτωμένος με δώρα. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη και καθώς χάθηκε μέσα στην αγκαλιά του, ψιθύρισε χωρίς κανένας να τον ακούσει: « Σε ευχαριστώ που υπάρχεις Αη-Βασίλη!».

 

Χρύσα Βεζακίδου  εκπαιδευτικός 

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Ο γερό ζωγράφος των Χριστουγέννων και τα δυο καλικατζαρακια. Χριστουγεννιάτικο παραμύθι

 ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας γέρος  ζωγράφος που είχε πρόβλημα υγείας τόσο  στα χέρια όσο και στην όραση του..

Ήταν πολύ μεγάλος σε  ηλικία. Και επειδή δεν μπορούσε να ζωγραφίσει, έπεσε σε μεγάλη φτώχεια. Έτσι δεν τού 'μεινε πια τίποτα παρά μονάχα ένας καμβάς, κάτι ξερά πινέλα και λίγα χρώματα .

Ήταν σε απόγνωση... Κάθισε λοιπόν όλο το βράδυ, έψαξε τα υλικά του, τα ξεκαθάρισε. Ήθελε το πρωί  να ξυπνήσει  και να ζωγραφίσει παρόλο την άσχημη υγεία του. Δεν  πήγαινε άλλο η φτώχεια του!

Έπρεπε οπωσδήποτε να βρει χρήματα, για να γεμίσει το ψυγείο του, να πάρει ξύλα για το τζάκι. Ο χειμώνας είχε φτάσει για τα καλά.

Έπεσε  στο κρεβάτι του να κοιμηθεί σκεπτικός... Λίγο πριν κοιμηθεί έκανε μια ευχή… να γίνει ένα θαύμα...ότι και να ήταν αυτό...

Την άλλη μέρα, αφού ξύπνησε, έπλυνε το πρόσωπο του και  ετοιμάστηκε να καθίσει στο καβαλέτο του. Ίσως μπορούσε παρά τον πόνο που είχε στα χέρια να ζωγραφίσει .

Τι να δει όμως; Ο  πίνακας  ήταν έτοιμος, ζωγραφισμένος και στολισμένος πάνω στο καβαλέτο του! Το πήρε στα χέρια του για να το δει από κοντά. Ήθελε να δει προσεκτικά, τι είχε πάνω.  Είδε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο τοποθετημένο  δίπλα σε ένα αναμμένο τζάκι . Το δέντρο ήταν  πολύ όμορφα στολισμένο, με λαμπάκια που ήταν αστραφτερά, ένα αστέρι στην κορυφή , λες και τα 'χε ζωγραφίσει ο πιο γνωστός ζωγράφος του κόσμου.

Με κάποιον μαγικό τρόπο το έμαθαν όλοι στην γειτονιά και ξεκίνησαν τα τηλέφωνα και οι παραγγελίες. Όλοι  ήθελαν έναν πίνακα από αυτόν τον ζωγράφο με θέμα τα Χριστούγεννα.

Μάλιστα ένας γνωστός συλλέκτης έργων τέχνης ήθελε κι εκείνος ένα έργο δικό του, ένα χριστουγεννιάτικο πίνακα. Θα πλήρωνε όσο όσο για να το αγοράσει..

Έτσι λοιπόν ο ζωγράφος πουλώντας εκείνον τον μαγικό πίνακα, που βρέθηκε μπροστά του, έβγαλε τα πρώτα του χρήματα… Έτρεξε λοιπόν και αγόρασε τα απαραίτητα  υλικά και τις μπογιές, για να ετοιμάσει τις παραγγελίες που του είχαν ζητήσει.

Αγόρασε πολλούς καμβάδες  για να ξεκινήσει πάλι να κάνει ότι αγαπούσε περισσότερο.

Γέμισε με δύναμη και όρεξη για δουλειά αλλά και με αισιοδοξία!!!

Όλη μέρα και όλη νύχτα ζωγράφιζε, σταμάτησαν να πονάνε τα χέρια του και άρχισε να βλέπει καθαρά!!! Μαγικό! Σκέφτηκε ότι ήρθε το θαύμα που περίμενε!!

Βιαζόταν πολύ...ήθελε να  τελειώσει, να τα 'χει έτοιμα τις γιορτές , για να μπορεί να τα πουλήσει.

Δεν χρειάστηκε: όταν ξύπνησε, βρήκε πάλι πίνακες έτοιμους. Οι πελάτες δεν άργησαν να 'ρθουν.  Άρχισαν απανωτά τα τηλέφωνα  κι αυτή τη φορά ο ζωγράφος  πήρε αρκετά χρήματα και αγόρασε ακόμα πιο πολλά υλικά, πινέλα και καμβάδες.

Την άλλη μέρα  βρήκε πάλι τους πίνακες έτοιμους. Το ίδιο έγινε και την επόμενη και την επόμενη: όσα υλικά και πίνακες έβγαζε αποβραδίς, τους έβρισκε  έτοιμους την άλλη μέρα.  Ώσπου έγινε πλούσιος. Μπορούσε πια να αγοράσει ότι επιθυμούσε...

Αγόρασε και για άλλους ανθρώπους πράγματα, που είχαν οικονομικά προβλήματα...

Ένα βράδυ, λίγο πριν απ ' τα Χριστούγεννα, την ώρα που τέλειωσε την ζωγραφική  του κι ετοιμάστηκε να πάει για ύπνο, είπε στη γυναίκα του: «Τι θα 'λεγες να μείνουμε ξύπνιοι αυτή τη νύχτα, να δούμε ποιος κάνει όλη αυτή τη δουλειά για να μπορώ να ξεκουράζομαι, αφού είμαι μεγάλος σε ηλικία;; θέλω να τον ευχαριστήσω! 

Η γυναίκα του συμφώνησε ,άναψε ένα μικρό πορτατίφ  για να βλέπουν στο σκοτάδι, αφού  τα φώτα ήταν κλειστά μέσα στο δωμάτιο και κρύφτηκαν πίσω από την πόρτα του δωματίου ,όπου ήταν εκεί  το εργαστήριο του..

Κράτησαν τα μάτια τους ανοιχτά,  για να μην κοιμηθούν και την ανάσα τους, για να μην τους ακούσουν!!

Όταν πήγε 12 τα μεσάνυχτα, ξαφνικά εμφανίστηκαν δυο μικρούλια χωρίς ρούχα καλικαντζαράκια, κάθισαν στο καβαλέτο του ζωγράφου, πήραν χρώματα και πινέλα κι άρχισαν να ζωγραφίζουν τόσο γρήγορα κι επιδέξια με τα μικροσκοπικά τους δαχτυλάκια. που ο ζωγράφος έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα απ’ την κατάπληξη και το θαυμασμό.

Τα δυο καλικαντζαράκια δεν σταμάτησαν, ώσπου τελείωσαν  όλα τα υλικά . Όταν τελείωσαν έδωσαν ένα σάλτο κι έφυγαν από το παράθυρο , όπως είχαν έρθει.

Την άλλη μέρα το πρωί η γυναίκα είπε στον ζωγράφο: «Τα δυο καλικαντζαράκια μάς έκαναν πλούσιους. Πρέπει να τους δείξουμε την ευγνωμοσύνη μας. Έτσι  χωρίς ρούχα που τριγυρνάνε, θα κρυώσουν..είναι και τόσο αδυνατούλια...Έχω μια ιδέα: Θα τους ράψω και θα τους ζωγραφίσεις πάνω στα μπλουζάκια όμορφα χριστουγεννιάτικα σχέδια. Θα  τους δώσουμε  παντελονάκια και γιλεκάκια και θα τους πλέξω κι από ένα ζευγάρι ριγέ καλτσούλες.  Θα  βρούμε και όμορφα παπουτσάκια.  Τρέξε γρήγορα σε ένα ζαχαροπλαστείο να τους πάρεις καλούδια...Όπως ζαχαρωτά και χριστουγεννιάτικα γλυκίσματα..

Ο ζωγράφος  δεν περίμενε να του το πει δεύτερη φορά. Έφυγε τρέχοντας να πάει να τα ψωνίσει  και ως το βράδυ είχαν τελειώσει ότι είχαν βάλει στο μυαλό τους.

Εκείνη την νύχτα αντί ν' αφήσει στο καβαλέτο  του καμβάδες, χρώματα και πινέλα , όπως πάντα, τον στόλισαν με τα δωράκια τους  και με τα γλυκίσματα.

 

Ύστερα κρύφτηκαν, να δουν τι θα γίνει.

Στις 12 τα μεσάνυχτα ήρθαν πάλι τα δυο καλικαντζαράκια κι ετοιμάστηκαν για να ζωγραφίσουν. Αλλά υλικά δεν βρήκαν. Έψαξαν από δω..έψαξαν από κει ...και τα μάτια τους έλαμψαν από χαρά,  όταν είδαν τα σακουλάκια με τα γλυκά αλλά και  τα μικροσκοπικά ρουχαλάκια, τις κάλτσες και τα παπουτσάκια.

Απόρησαν στην αρχή, έπειτα όμως δεν ήξεραν τι να κάνουν απ’ τη χαρά τους. Ήταν όλα τόσο όμορφα . Χορεύοντας και γελώντας ντύθηκαν, κι όλο καμάρι πηδούσαν και τραγουδούσαν τα κάλαντα και ότι άλλο χριστουγεννιάτικο τραγούδι ήξεραν!!!

Στριφογύριζαν στο εργαστήριο με χάρη και καμάρι, πηδούσαν πάνω στις καρέκλες και στα τραπέζια, σκαρφάλωναν στο καβαλέτο και έπαιζαν με τα πινέλα με κέφι και χαρά σκορπίζοντας παντού χρώματα και τρώγοντας τα γλυκά .

Στο τέλος έφυγαν με πασαλειμμένη από άχνη ζάχαρη τα πρόσωπα τους και χορεύοντας πάντα, βγήκαν απ’ την πόρτα παίζοντας κουραμπιεδοπόλεμο στον δρόμο και δεν ξαναγύρισαν πίσω ποτέ πια.

Ο γέρος ζωγράφος έμεινε στην ιστορία ως ο ζωγράφος  των Χριστουγέννων και μαζί με την γυναίκα του ζήσανε αυτοί  καλά κι εμείς καλύτερα!

Καλά Χριστούγεννα!

 Από την φίλη μας Ειρήνη Ανδρούτσου  εικαστικό και αρθρογράφο στο bestnews  (ένα παραμύθι, το οποίο  είναι  διασκευή από το κλασικό παραμύθι τα καλικατζαράκια)

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ

> Ελπίζουμε να βασιστούμε σε πιστούς αναγνώστες και όχι σε ακανόνιστες διαφημίσεις. Ευχαριστώ!

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Ενημερωθήτε για νέες αναρτήσεις.

Blog Archive

Recent Posts