Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τα Χριστούγεννα τση Φραζεσκίνας, Φολέγανδρος 1950: Κατερίνα Μαρινάκη

Απάνω Μεριά Φολεγάνδρου, δεκαετία 1950, παραμονές Χριστουγέννω. 

Η νεαρή Φραζεσκίνα είχενε μεγάλη χαρά που ηκοντεύγανε κι εφέτι τα Χριστούγεννα κι ας είχανε ποσό δουλειές, που ήπρεπενε να γίνουνε μέχρι την ημέρα του Χριστού. Ματζί με τη μάνα της, την κερα-Κατερίνα, εν καταλαγιούνε καθόλου, είν’ και μεγάλο το σπίτι βλέπεις, στον Ελεήμονα, στο κέντρο του χωριού κι ήπρεπενε να ‘ναι όλντα όπως πρέπει.

 Οι καθαριότητες ξεκινούνε από το Σαραντάμερο, έχουνε να καθαρίσουνε και να γαλαχτίσουνε τα χαμηλντά του σπιτιού και τσι γύροι, που λερώνουνται με τσι σκούπες και τα σκουπίσματα και γαλαχτίντζουνται όλντη την ώρα, γιατί το καλό γαλάχτισμα, μέσα κι όξω σι αυλές και σι θεμωνιές γίνεται για το Πάσκα, που μπαίνει κι η εικόνα τση Παναγιάς σ’ όλντα τα σπίτια. Εν ήτανε όμως μόνου τα του νοικοκεριού, είχανε και τσ’ αγροτικές δουλειές. Ακόμα καλά-καλά εν είχανε τελειώσει με τσ’ ελκιές και πολλές φορές ησυνεχίντζανε και μετά τσι γιορτές.

 Ο πατέρας ση, ο μπαρμπα-Τζαννάκης, είχενε και τα τζευγάρια, αλλά και τσι γέννες τω τζωντανώ. Τα τζα που ηγεννούσανε ήπρεπενε να ‘χουνε πάει σε χωράφι που να’ χει και γκέλες, για να μπούνε τα μικρά ριφάκια και τ’ αρνάκια και ήπρεπενε να πηαίνει δυο φορές την ημέρα, πρωί-βράδυ, ο πατέρας ή ο αδερφός ση για να τα ταΐσουνε, αλλκιώς μοναχά τονε δεν ημπορούσανε να βυζάξουνε από τη μάνα τονε και θα ψοφούσανε.

Την προπαραμονή τω Χριστουγέννω σφάντζουνε το χοίρο τονε, που τονε ταΐντζανε όλντο το χρόνο με τα ποφάγια του σπιτιού και πίτερα. Μεγάλο πανηγύρι ετούτο δα, γλέντι σωστό, η Φραζεσκίνα το περίμενενε πώς και πώς. Από τα χαράματα εκείνη την ημέρα τηνε ξυπνούσανε κάθε χρόνο οι φωνές τω χοίρω.

 Μαντζεύγουντε και σφάντζουνε όλντοι μαντζί με τσι θείοι τση, τα αδέρφκια του πατέρα τση και όλντο το τραβάγιο γίνεται στο λιοτρίβι τονε, το οικογενειακό, από τον πάππου τση. Εκεί δα μέσα, λοιπό, έχουνε όλντες τσι βολές, σφάντζουνε ένα-ένα τσι χοίροι, ένα κάθε φαμίλιας, βράντζουνε νερά στα καζάνια, γεμίντζουνε τσι γάστρες του λιοτριβιού και μαδούνε τα σφαχτά. Ήτανε μαντζεμένες οι ξαδέρφες και οι θείες και με χαρές και γέλια πολεμούνε όλντες μαντζί τ’ άντερα, να καθαριστούνε και να πλυθούνε. Το βράδυ, όλντοι μαντζί πάλι τρώνε και πίνουνε, όσοι νηστεύγουνε τρώνε σαρακοστιανά, αλλά όσοι πασκάντζουνε τρώνε τηανιτό το συκώτι του χοίρου και πίνουνε ντόπιο κρασί. Μετά τη νηστεία του Σαρανταμέρου τονε φαίνεται λουκούμι, αλλά και όλντα τα υπόλοιπα που τοιμάντζουνε οι νοικοκερές με το χοιρνό, όλντα ένα κι ένα είναι!

 Την παραμονή ήπρεπενε να κοπεί ο χοίρος, που τον είχανε φήκει κρεμασμένο να στραγγίσει όλντο το αίμα του. Η Φραζεσκίνα τη χαρά τση, γιατί ήπρεπενε να γυρνά όλντη μέρα από σπίτι σε σπίτι να πηαίνει κρέατα για πεσκέσι σε γιαγιάδες, νονές, στο δάσκαλο του χωριού, αλλά και σι φτωχοί, που εν είχανε δικό τονε χοιρνό.

 Το βράδυ, πριν το σκοτείνιασμα, ήπρεπενε να μπανιαριστούνε και να κοιμηθούνε νωρίς, γιατί κατά τσι τρεις το ξημέρωμα ηθα σηκωθούνε για να πάνε στη λουτρουγιά τω Χριστουγέννω, που κοινωνούνε κιόλας κάθε χρόνο. Παίρνουνε μαντζί τονε και μιαν εικόνα από το εικονοστάσι τονε και τηνε φήνουνε μέχρι την Πρωτοχρονιά στην εκκλησιά, να λουτρουγηθεί κι αυτή και να γυρίσει αγιασμένη στο σπίτι. Αυτή θα κάμει το ποδαρικό, θα τηνε βάλουνε μπροστινή μέσα κι από πίσω όλντοι οι επιδέλοιποι του σπιτιού και τηνε γυρνούνε σ’ όλντα τα δωμάτια, για να ‘χουνε καλή κι αγιασμένη χρονιά.


Ανήμερα τω Χριστουγέννω, με το γύρισμα από την εκκλησιά τα ξημερώματα, τρώνε το βραστό σούπα, με φιδέ δικό τονε, σπιτικό. Βράντζουνε τα κόκκαλα του χοιρνού, που τα ψαχνά του τα βαστούνε για τσ’ άλλες ετοιμασίες. Και τι δεν πολεμούνε! Σύγλινα, λουκάνικα, ντζηλαδιά, χαράματα, ματιές, τίοτις δε φήνουνε να πάει του κάκου. Και πρέπει να βιαστούνε, να τηανίσουνε και λίο συκώτι για το μεσημέρι, που θα ποφάνε και το βραστό και να τοιμαστούνε να πάνε τ’ απόγεμα και στην Παναγιά στο Νησί, που γιορτάντζει. 

Τ’ άντερα του χοίρου τα κάνουνε λιαστά και τα τρώνε τηανητά μ’ αυγά, ακόμα και το αίμα που τρέχει από το λνταιμό του, μετά το σφάξιμο, το μαντζεύγουνε σε μια λεκάνη, αυτό πήτζει σε λιγάκι, το τηανίντζουνε κι είναι σα συκώτι τηανητό. Μα και τη φούσκα του τηνε φουσκώνουνε και την κάνουνε μπάλα, για να παίντζουνε τα παιδιά, που τι παιχνίδια άλλντα να ‘χανε; 

H Φραζεσκίνα σκέβγεται τη χαρά του αδερφού τση, για κάτι τέτοιοι μποναμάδες και γελά μοναχιά! Η μέρα του Χριστού, λοιπό, είναι από τσι πιο δύσκολες, πρέπει να γίνουνε όλντα για να μη χαλάσουνε, τρίτη μέρα πια που ο χοίρος έχει σφαχτεί.  Για τα σύγλινα μάνα και κόρη κόβγουνε το χοιρνό μικρά κομματάκια, τα βάνουνε μες στο χαρανί, τα αλατίντζουνε, τονε ρίχτουνε πιπέρι και τ’ άλλντα μπαχαρικά και τα φήνουνε να μαερευτούνε καλά, να τηανιστούνε μες στη γλίνα τονε. Φκιάχνουνε ποσά, γιατί τα βαστούνε μέχρι τα τέλη τσ’ Αποκριάς και τα τρώνε μαζί μ’ ένα σωρό φαγιά για ξενόστισμα. 

Τα θες τηανητά μ’ αυγά, τα θες σάρτσα τω μακαρονιώ, με μπελτέδες που ηφκιάχνανε ποσά το καλοκαίρι ή τα θες -το αγαπημένο τση Φραζεσκίνας- με πατάτες τηανητές και χόρτα βραστά, ραδίκια, γαλατσίδες, τσόχοι, αλιβάρβαροι, ό,τι ηβρίσκανε, με μπόλικο λεμόνι και ψωμί ψημένο στη φουφού. Άμα, λοιπό, τοιμαστούνε όλντα τα σύγλινα τα βάνουνε σε βάντζα, ρίχτουνε κι άλλντα μπαχαρικά, πιπέρι, μπαχάρι και κανέλντα κοπανισμένη και τα φήνουνε να πήξει η γλίνα τονε κι έτσι δα να μη χαλούνε. 

Απ’ όλντες τσι διαδικασίες του χοιρνού τση Φραζεσκίνας τση ρέσει πιο πολύ να βλέπει πώς κόβγει η μάνα τση το γκιμά, για λουκάνικα, για γιουβαρλάκια ή για κεφτέδες. Εκείνοι οι κεφτέδες! Τραγανοί-τραγανοί και καλοτηανισμένοι, λες και τση φωνάντζανε σκεπασμένοι μες στη λεκάνη κι όλο ήρπανε κι από κανένα στα κρυφά! Η μάνα τση τσ’ ήβανενε μέσα στη γκάμαρή τση, σε μέρος δροσερό, αν και με τέτοιο μπανιγιέρι όλντα μέσα στο σπίτι ηκουνιούντανε! 

Πού να βρεθεί η τζέστη; Τα γιουβαρλάκια ήπρεπενε να τα μαερέψουνε κι εκείνα γλήορα, να μη βρωμέσει ο κιμάς, κι ήπρεπενε και να τα φάνε μέσα σε μια δυο μέρες, γιατί ε βαστούνε τέτοια φαγιά για πολντύ, είναι πίντζηλα, όσο κρύο κι αν ήκανενε. Για να κόψει, λοιπό, το γκιμά που ηλέαμε, η κερά-Κατερίνα παίρνει δυο μαχαίρια καλοκονισμένα και πάνω στο πλαστήρι τση κόβγει το κρέας ψιλό-ψιλό, όσο πιο μικρά κομματάκια μπορεί, δουλεύγοντας τα μαχαίρια παράλληλα και αντίθετα το ένα από τ’ άλλντο, το ένα δεξιά, τ’ άλλντο αριστερά. 

Για να κάμει τα λουκάνικα βάνει σε μια μεγάλη λεκάνη το γκιμά, ρίχτει μέσα λίο κρασί, γλυκάδι, αλάτι και κοπανισμένα μπαχαρικά, τ’ ανακατεύγει καλά και γεμίντζει τ’ άντερα του χοίρου με μια μικρή πύργια, με φαρδύ στόμα. Τα δένει με σπάγγο κάθε μιαν απιθαμή, για να ξεχωρίντζουνε τα λουκάνικα και μετά η Φραζεσκίνα τηνε βοηθά, τα περνούνε σε καλάμι και τα κρεμνούνε στον ήλιο για να τρέξουνε τα τζουμιά τονε και να στεγνώσουνε. 

Τα επιδέλοιπα άντερα και τη γκοιλιά του χοίρου τα γεμίντζουνε με ρύντζι, κρομμύδι, κουδούμεντο, κοπανισμένα μπαχαρικά και σταφίδες και τα κάνουνε ματιές, που τσι βράντζουνε κι ύστερις τσι τηανίντζουνε με γλίνα. Φαΐ τρέλντα, που τελευταία φορά το τρώανε πια στα τέλη τσ’Αποκριάς. Κάτω-κάτω στο τσικάλι, που τα βάνουνε με αλάτι για να μη χαλάσουνε -κι η τελευταία που βγαίνει κάθε χρόνο-, είναι η κοιλιά του χοίρου.

Κάνουνε και τη ντζηλαδιά, βράντζουνε τη γκεφαλή του χοίρου και μετά τηνε ξεψαχνίντζουνε και μοιράντζουνε τα ψαχνά τση σε κουπάκια γάστρινα κι εμαγιέ. Αποπάνω τονε ρίχτουνε, να τα σκεπάσει καλά, το τζήλο, το τζουμί που ήβρασενε η κεφαλή με μπόλικα μυρωδικά, γλυκάδι και λεμονάκι, αλλά και μπόλικια τζαφορά, για να του δώκει ωραίο κίτρινο χρώμα. Το πιο καλό κομμάτι τσι ντζηλαδιάς, που ηκυνήανε πάντα η Φραζεσκίνα, ήτανε τ’ αυτί του χοίρου, τραγανό-τραγανό και νόστιμο!

Πολντύ νόστιμα είναι και τα χαράματα, που γίνουνται με μεγάλα κομμάτια από το πετσί του χοίρου με όλντο του το λίπος και λία μόνου ψαχνά απάνω του. Τα χαράντζουνε και τα βάνουνε σε κουρούπια, στρώσες-στρώσες με χοντρό αλάτι, που το μαντζεύγουνε το καλοκαίρι από τσ’ αλατσαριές και βαστούνε κει δα μέσα ως το Πάσκα. Κάτω-κάτω στο κουρούπι βάνουνε την ουρά του χοίρου. 

Άμα θένε να τα μαερέψουνε τα βάνουνε αποβραδίς στο νερό να ξαρμυρίσουνε και τα τηανίντζουνε με κρομμύδια ή άλλντη φορά πάλι τα κάνουνε γιαχνί με πατάτες ή με πιλάφι ή με μακαρόνια ματσάτα. Το καλό τση όμως τση Φραζεσκίνας είναι άμα περνούν το χάραμα στη σούβλα και το ψήνουνε πάνω στα κάρβουνα τση παροστριάς. Λειώνει τσιδά το πολντύ  πάχος του και γίνεται λουκούμι.

Μέρες πολεμούνε με τα χοιρνά και εν τελεύγουνε! Κάνουνε και γλίνα για να νοστιμίντζουνε τα φαγιά και τα γλυκά -βουτύρατα άλλντα βλέπεις εν είχανε-, αλλά τηνε τρώνε και στο ψωμί τονε, κάνουνε τσιαρίδες -τα ψιλά κομμάτια του τηανισμένου πάχους που πομένουνε μες στο τηάνι, άμα πάρουνε τη γλίνα-, ακόμα και χοιρομέρια καπνιστά κάνουνε, που τα πηαίνουνε στη θάλασσα ύστερις να τα πλύνουνε να τονε φει η κάπνα.

Εκεί όμως που η Φραζεσκίνα παίρνει το πάνω χέρι στην κουζίνα είναι τα γλυκά. Βέβαια, για τα Χριστούγεννα με τσι τόσες δουλειές, εν ηπρολάβενενε κανείς να κάμει πολλντά πράματα, αλλά για την Πρωτοχρονιά πολεμά μέχρι την παραμονή. Και τι εν κάνει. Μπουρεκάκια, μακαρόνες, ξεροτήανα, κουλντούρες με πολλντά σκέδια και στρινάκια, που τα δίνουνε πεσκέσι σι μικροί, μέρες που ‘ναι. 

Για τα μπουρεκάκια η Φραζεσκίνα ανεί φύλλντο ψιλό-ψιλό, το κόβγει στρογγυλό με τροχουδάκι και μ’ ένα μεγάλο ποτήρι ή πιατάκι για οδηγό, γεμίντζει το δισκάκι με καρύδια, αμύγδαλα, μυρωδικά και μέλι, τα κλείνει και τα κολλντά καλά να μην ανοίουνε. Άμα ψηθούνε τονε βάνει απόξω ζάχαρη κοπανισμένη. 

Για τσι μακαρόνες πάλι κάνει μια τζύμη σαν τα μελομακάρονα, τηνε δουλεύγει να γίνει σαν κορδόνι, τηνε κόβγει σε κομμάτια, τηνε κυλά πάνω σ’ ένα πιατάκι με ξόμπλια για να ‘χει σκέδια και τηνε τηανίντζει. Με μπόλικο μέλι και σισάμι είναι το μόνο γλυκό που υπάρχει σε όλντα τα σπίτια και για του Χριστού και βέβαια για την Πρωτοχρονιά. Πρέπει βλέπεις να τα ‘χουνε όλντα μπόλικα και για τσι επισκέψες, αλλά και για τσι καλαντάρηδες, που βγαίνουνε αργά το βράδυ την παραμονή τση Πρωτοχρονιάς  και γυρνούνε σπίτι-σπίτι με βγιολγκιά και τσαμπούνες.

 Άμα τελέψουνε τα κάλαντα λένε και ρίμες για τσι νοικοκυραίοι και κείνοι τονε δίνουνε λεφτά και τσι τρατέρουνε μεντζέδες, κρασί και κουλντούρες, που τσι περνούνε με σπάγγο στο χέρι ή στο λταιμό τονε. Άμα ε λιβάρουνε να τα πούνε σ’ όλντα τα σπίτια αποβραδίς πηαίνουνε και την άλλντη μέρα. Τα Χριστούγεννα επά στο χωριό μας ε λένε κάλαντα, γιατί είναι όλντοι κουρασμένοι με τα σφαχτά και τσι ετοιμασίες. Μα τσι Πρωτοχρονιάς, που ‘ναι ντόπια και πολλντά, σαν τα Φωτοκάλαντα, εν υπάρχει σπίτι που να πομείνει χωρίς να τα κούσει.

Βασίλη από πού έρχεσαι και δε μας καταδέχεσαι

κι από πούθε κατεβαίνεις και δε μασε συντυχαίνεις.

----------

Κάτσε να φας κάτσε να πιείς, κάτσε τα πάθη σου να πεις,

κάτσε να τραγουδήσεις και να μας καλοκαρδίσεις.

----------

Κι απάνω στο παράθυρο γαρουφαλλάκι πράσινο,

κάθεται μια περιστέρα και του χρόνου τέτοια μέρα.

---------

Τούτα δα σας λέμε μόνου καλά να ‘στε και του χρόνου,

καλά να ‘στε και του χρόνου τούτα δα σας λέμε μόνου.

 

 

 Κατερίνα Μαρινάκη : Δημοσιογράφος - Λαογράφος (Msc)


Γλωσσάρι

αλατσαριές = αλατότοποι

βγιολγκιά = βιολιά

γαλάχτισμα = άσπρισμα με ασβέστη

γάστρες = οι μεγάλες πήλινες λεκάνες του λιοτριβιού, σαν κομμένα κουρούπια, με 2 «αυτιά» για να μεταφέρονται εύκολα

γκέλες = μικρά μαντράκια για τα νεογέννητα ζώα, που υπήρχαν σε συγκεκριμένα χωράφια κάθε αγρότη

γλυκάδι = ξύδι

γύροι = η ασβεστωμένη γραμμή που χωρίζει τον τοίχο από το τσιμεντένιο πάτωμα, την πάτωση

επιδέλοιποι = υπόλοιποι

θεμωνιές = το αγροτικό σπίτι με όλα τα βοηθητικά του κτίσματα

καταλαγιούνε = καταλαγιάζουν

κουδούμεντο = μαϊντανός

κουλντούρες = κουλούρες, στρογγυλού σχήματος μεγάλα κουλούρια με σουσάμι και γλυκάνισο, απαραίτητα για το πρωινό των Φολεγανδρίων

κουρούπια, λεκάνες = πήλινα οικιακά σκεύη

λιβάρουνε = προλάβουνε

λουτρουγιά = λειτουργία

μακαρόνες = είδος τηγανητών μελομακάρονων

ματιές = γεμιστά έντερα

ματσάτα = χειροποίητα φρέσκα μακαρόνια, σαν λαζανάκι

μπανιγιέρης = αέρας που μπαίνει από παντού

ντζηλαδιά = πηχτή με χοιροκεφαλή

πάει του κάκου = πάει χαμένο

παροστριά = τζάκι για το μαγείρεμα

πασκάντζουνε = τρώνε πασχαλινά φαγητά

πίντζηλα = ευαίσθητα, εύθραυστα

πίτερα = πίτουρα, ζωοτροφή

πλαστήρι = ξύλινη επιφάνεια για το άνοιγμα φύλλου

πολεμούνε = ασχολούνται, κάνουν

ποσά = μεγάλες ποσότητες

πύργια = χωνί

ρίμες = είδος μαντινάδων

στρινάκια = κουλούρια -παραλλαγή της κουλούρας- σε διάφορα σχέδια, που τα έδιναν ως δώρο τις γιορτινές ημέρες π.χ. οι νονές στα βαφτιστήρια τους

τζαφορά = ζαφορά, κρόκος, σαφράν

τζευγάρι = όργωμα

τζωντανά, τζα = ζώα

τραβάγιο = πολλές δουλειές

τρατέρουνε = κερνούν

εφέτι = φέτος

φούσκα = ουροδόχος κύστη

χαράματα = παστό χοιρινό

 Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Το μαγικό κουμπί: Χριστουγεννιάτικο παραμύθι

Τα πολύ παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι ήξεραν για το μαγικό κουμπί.

Ήταν γνωστό σε όλους ότι βρισκόταν κάπου θαμένο και έτσι όλοι έλπιζαν πως μια μέρα θα είχαν την τύχη να το πατήσουν και έτσι να εκπληρώσουν κάθε επιθυμία τους.

Δεν ήξεραν όμως ότι για να μπορέσεις να πατήσεςι το μαγικό κουμπί έπρεπε να ήσουν καλόκαρδος, και πάλι, μόνο μιά σου επιθυμία θα μπορούσε να εκπληρωθεί.

Αυτό, το ήξερε μόνο ο γέρο Τηλέμαχος και το είχε γράψει στο ημερολόγιό του για να μην το ξεχάσει, μια και ήταν μεγάλος σε ηλικία. Έτσι η ιστορία του μαγικού κουμπιού έμεινε ξεχασμένη μέσα σ’ ένα παλιό σεντούκι.

Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Έξω μακριά στα δάση ο χειμώνας είχε έρθει. Μπορούσες να το νιώσεις στο παγωμένο έδαφος και να το δεις στα από καιρό πεσμένα φύλλα που κείτονταν εκεί.  Μπορούσες να το ακούσεις στο θυμωμένο βούισμα του ανέμου μέσα απ’ τα γυμνά κλαδιά των δέντρων.

Όμως στην πόλη τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Εδώ δεν υπήρχε τίποτα που να θυμίζει Χριστούγεννα, εκτός από τις στολισμένες βιτρίνες των καταστημάτων και τις φωταψίες στους δρόμους που φάνταζαν ανελέητα γελοίες κάτω από τον καταγάλανο ουρανό. Οι άνθρωποι ξεγελιόνταν απ’ τη λέξη “Δεκέμβρης”, φορούσαν μάλλινες μπλούζες και παλτά και γύριζαν καταϊδρωμένοι στα σπίτια τους! Τα δέντρα, μάταια περίμεναν το ευεργετικό ξεροβόρι που θα έριχνε τα φύλλα τους στη γη….

 

Μια τέτοια ζεστή μέρα βρήκε η Πώλα το ημερολόγιο του γέρο Τηλέμαχου μέσα στο παλιό σεντούκι που βρισκόταν στη σοφίτα. Είχε πάει εκεί πάνω με σκοπό να εξαφανίσει τις αράχνες που το είχαν παρακάνει, και βρέθηκε να ξεφυλλίζει τις φαγωμένες και μισοσβησμένες απ’ το χρόνο σελίδες του ημερολόγιου που έγραφε για το μαγικό κουμπί.

Έτσι έμαθε την ιστορία του και ευχήθηκε να ήταν αληθινή.

“Πόσο θα μου άρεσε να κάνω φέτος Χριστούγεννα με χιόνι!” αναστέναξε.

Εκείνη τη στιγμή, χτύπησε το κουδούνι. Η Πώλα παράτησε το ημερολίγο και έτρεξε ν’ ανοίξει. Στην πόρτα στεκόταν ένας σκυφτός ζητιάνος, απ’ εκείνους που γεμίζουν τις πόλεις στις γιορτές. Της μουρμούρισε κάτι παρακαλεστικά και η Πώλα έτρεξε να του φέρει κάτι.

“ Αλήθεια” -είπε, όταν πια ο γέρος είχε φύγει, “πόσο θάθελε εκείνος ο ζητιάνος να πατήσει το μαγικό κουμπί! Θα ζητούσε όλα τα πλούτη του κόσμου! “

Και βάλθηκε να σκέφτεται ποιοί άνθρωποι θάθελαν να πατήσουν το μαγικό κουμπί, και για ποιό λόγο…

 

Την άλλη μέρα είχε κιόλας ξεχάσει την ιστορία που διάβασε στη σοφίτα. Βγήκε έξω φουριόζα να κάνει τα Χριστουγεννιάτικα ψώνια της.

Γύριζε πίσω στο σπίτι της καταϊδρωμένη μ’ ένα σωρό πράγματα, πατώντας βαριά στο έδαφος, όταν ξαφνικά ένα μυστηριώδες “κρικ” ακούστηκε. Η Πώλα είχε πατήσει το  μαγικό κουμπί!

Ξαφνικά, όλα άρχιζαν ν’ αλλάζουν γύρω της.

Πρώτα πρώτα, σκοτεινά σύννεφα μαζεύτηκαν στον ουρανό. Ο ήλιος χάθηκε πίσω τους αφού οι ακτίνες του τρεμόπαιξαν μια- δυό φορές.

 Άρχιζε να χιονίζει.

Ένας παγωμένος βοριάς φύσηξε και πήρε τα ξερά φύλλα των δέντρων μια βόλτα μέχρι το λιμάνι. Εκεί προσγειώθηκαν στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Τα κύματα άρχισαν να σκουντούν πειραχτικά τις βάρκες που σε λίγο, άρχισαν να χορεύουν τρελλά!

Οι άνθρωποι στους δρόμους έσφιξαν πάνω τους τα παλτά τους και άρχισαν να τρίβουν τα χέρια τους για να τα ζεστάνουν. Το χιόνι δεν άργησε να απλώσει το άσπρο πέπλο του παντού.

Τα παιδιά με τις μύτες τους κόκκινες άρχισαν να παίζουν με το χιόνι με χαρούμενα ξεφωνητά. Όλοι βάλθηκαν να φτιάχνουν ένα τεράστιο χιονάνθρωποι στο κέντρο της πλατείας.

Και η Πώλα;

Με την καρδιά πλημμυρισμένη από ευτυχία παρακολουθούσε την αλλαγή του καιρού. Όταν πια άρχισε να χιονιζει….

-Ζήτω!! ξεφώνισε και πήδηξε απ’ τη χαρά της. Μονομιάς απογειώθηκε και βρέθηκε να στροβιλίζεται ανάμεσα στις νιφάδες του χιονιού. Ανέβηκε τόσο ψηλά, που μπόρεσε να δει ολόκληρη την πόλη σκεπασμένη μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Τότε, έβγαλε από την τσάντα της τις χριστουγεννιάτικες γιρλάντες που είχε αγοράσει και τις πέταξε κάτω. Και εκείνες μεγάλωσαν, μ ε γ ά λ ω σ α ν, ΜΕΓΑΛΩΣΑΝ και στόλισαν όλες τις στέγες των σπιτιών της πόλης.

 

Την άλλη μέρα ξημέρωναν Χριστούγεννα.

Οι καμπάνες χτύπησαν γλυκά μέσα στη μαύρη νύχτα. Η πόλη σκεπασμένη μ’ ένα σάβανο άσπρου χιονιού, άρχισε σιγά-σιγά να ξυπνάει. Οι άνθρωποι, πατώντας πολύ προσεκτικά στο χιόνι κατευθύνταν στις εκκλησιές κρατώντας φαναράκια.

Μια γλυκιά μελωδία ξεχυνόταν από κάθε εκκλησία και ανέβαινε ψηλά, πάνω απ’ τις στέγες των σπιτιών, πάνω απ’ τα ψηλά καμπαναριά, πάνω απ’ τα σύννεφα και τ’αστέρια και γίνονταν μια σκάλα, που ένωνε τον ουρανό με τη γη.

Άσπας Χαβιάρα εκπαιδευτικός

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Το ξωτικό με την παγωμένη καρδιά: Χριστουγεννιάτικο παραμύθι Ν9




Mια φορά και έναν καιρό σε ένα μαγικό χωριό  ζούσαν τα ξωτικά του Αϊ-Βασίλη αγαπημένα και ευτυχισμένα. Όλα τους ήταν πολύ εργατικά και πολύ ευγενικά…έκτος από ένα…Αυτό το μικρό ξωτικό ήταν πολύ τεμπέλικο και ζωηρό… Κάθε πρωί που ξύπναγε κορόιδευε τα υπόλοιπα ξωτικά που δούλευαν πυρετωδώς για να ετοιμάσουν τα δώρα και τα γλύκα των Χριστουγέννων.Το ξωτικό αυτό το έλεγαν Ράιντεν Ρέιντερ Κόνι Πώλ ή απλά Πωλ! Ο Πωλ δεν είχε καταφέρει να δουλέψει σωστά σε κανένα από τα εργαστήρια του Αϊ Βασίλη. Συνεχώς προκαλούσε μπελάδες…

Αρχικά δοκίμασε να εργαστεί στο εργαστήρι παιχνιδιών αλλά το μόνο που έκανε ήταν να χαλάει τις ρόδες των ποδηλάτων ώστε να μην κυλούν!

Ο Αϊ Βασίλης που τον αγαπούσε τόσο πολύ τον είχε στείλει στο εργαστήρι σοκαλάτας… όμως και εκεί ο Πωλ προκαλούσε μόνο φασαρίες… Βουτούσε μέσα στη σοκολάτα και κατέστρεφε τα σοκολατένια στολίδια.

Στη συνέχεια είχε εργαστεί στο εργαστήρι περιτυλίγματος …όμως αυτό που έκανε ήταν πέρα από κάθε φαντασία…κόλλαγε τα περιτυλίγματα με τσίχλα γιατί βαριόταν να κόβει την κολλητική ταινία!!

Την τελευταία φορά είχε δουλέψει μόλις για 15 λεπτά στο εργαστήρι γραμμάτων…όμως η αποτυχία ήταν παταγώδης όταν πασάλειψε όλα τα γράμματα με πολύχρωμα μελάνια για να κοροϊδέψει τα υπόλοιπα ξωτικά.

Όλα τα ξωτικά ήταν πολύ απογοητευμένα από τον Πωλ και είχαν θυμώσει πολύ μαζί του… όμως ο Αϊ Βασίλης πάντα έβρισκε ένα καλό λόγο για να ηρεμίσει τους πάντες και πάντα έδινε στον Πώλ μια ακόμα ευκαιρία ελπίζοντας ότι θα καταλάβει το λάθος του.

Μια μέρα ο Πωλ συνάντησε στο δρόμο ένα ξωτικό διαφορετικό από τα υπόλοιπα…αυτό το ξωτικό είχε ρόδες αντί πόδια…όταν ο Πώλ το είδε άρχισε να το κοροϊδεύει και να το πειράζει…

- Χαχαχα μα πως είσαι έτσι; του έλεγε! Δε θα έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ…εδώ είναι το χωριό των ξωτικών του Αϊ Βασίλη και εσύ δεν είσαι ξωτικό…είσαι ένα παράξενο αλλόκοτο και άσχημο πλάσμα. Εσύ δε μπορείς να δουλέψεις σε κανένα από τα εργαστήρια του Αϊ Βασίλη… δεν έχεις καν πόδια.

Το μικρό ξωτικό με τις ρόδες, τον προσπέρασε και κλαίγοντας μπήκε στο σπίτι του χωρίς να πει ούτε μια λέξη.

Ο Πωλ το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί όμως κάτι παράξενο συνέβη εκείνη τη βραδιά…δεν ήταν ένα βράδυ όπως όλα τα άλλα…! Ο Πωλ ξαφνικά ένιωσε μια παγωνιά στην καρδιά του…ένιωσε όπως δεν είχε ξανανιώσει ποτέ. Το πρωί όταν ξύπνησε τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Τα μαλλιά του ήταν άσπρα σαν μπαμπάκι, το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σαλόνι του ήταν ξερό χωρίς ούτε ένα στολίδι, η ταυτότητα του ξωτικού είχε γίνει στάχτη πάνω στο τραπέζι και το χειρότερο όλων ήταν ότι η καρδιά του ήταν παγωμένη.

Αμέσως έτρεξε να ζητήσει βοήθεια στο Αϊ Βασίλη…Αυτός ίσως μπορεί να φτιάξει τα πράγματα σκέφτηκε. Τρέχοντας έφτασε στο σπίτι του Αϊ Βασίλη και βιαστικά βιαστικά χτύπησε την πόρτα και του είπε: Δες τι έπαθα…βοήθησέ με καλέ μου Αϊ Βασίλη και του έδειξε τη στάχτη από την ταυτότητά του ξωτικού.

Όταν ο Αϊ Βασίλης τον είδε…γούρλωσε τα μάτια του, τον αγκάλιασε και του είπε ότι αυτό ήταν μια μαγεία…τόσο δυνατή που ούτε ο ίδιος δε θα μπορούσε να τη λύσει… και αμέσως επέστρεψε στο εργαστήρι του για να τελειώσει τη λίστα των καλών παιδιών.

Ο Πωλ απογοητευμένος, ζήτησε βοήθεια από όλα τα εργαστήρια των ξωτικών…όμως κανένα δε δέχτηκε να τον βοηθήσει.

-Καλά λοιπόν… θα επιστρέψω σπίτι και τα φτιάξω όλα μόνος μου είπε. Πήγε σπίτι, άναψε το τζάκι, άναψε μια σόμπα, φόρεσε 2 παλτό και 5 κάλτσες και περίμενε να νιώσει ζεστασιά…μάταια όμως. Η καρδιά του ήταν τόσο παγωμένη που δεν μπορούσε να αισθανθεί τίποτα..!!

-Δε θα τα παρατήσω μπορώ να το φτιάξω είπε… έκανε μια ζεστή σοκολάτα και μια δεύτερη και μια τρίτη αλλά και πάλι τίποτα…ήδη είχε βραδιάσει και η παγωνιά στην καρδιά του όλο και μεγάλωνε!

Ξαφνικά μέσα στην ηρεμία της νύχτας ακούστηκαν ρόδες στην πόρτα του…

-Μα τι μπορεί να είναι; σκέφτηκε και χωρίς άλλη σκέψη άνοιξε την πόρτα του… τι να δει.. ήταν το ξωτικό με τις ρόδες!

- Έμαθα τα νέα σου του είπε και ήρθα να σε βοηθήσω και να σου κάνω παρέα!

-Τι; Εσύ ; Πως είναι δυνατόν; Σου φέρθηκα απαίσια προχθές και εσύ ήρθες να με βοηθήσεις;

-Μα και βέβαια του είπε το ξωτικό με τις ρόδες…εγώ δουλεύω στο εργαστήρι του γιατρού και μπορώ να σε φροντίσω μέχρι να γίνει καλά του απάντησε και αμέσως μπήκε στην κουζίνα και του  έφτιαξε ένα μαγικό βότανο.

-Πιες αυτό του είπε.

Θα το πιώ αλλά θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη. Λυπάμαι πολύ για ότι συνέβη... δεν έπρεπε να σε κοροϊδέψω, είσαι τόσο ξεχωριστό ξωτικό και εγώ δεν το είχα καταλάβει. Θα με συγχωρέσεις;

Το ξωτικό με τις ρόδες και τη μεγάλη καρδιά τον αγκάλιασε και τον συγχώρησε… και τόσο ήταν που συνέβη κάτι ακόμα πιο μαγικό…Τα φώτα στο δέντρο άναψαν, τα στολίδια εμφανίστηκαν, η ταυτότητα του ξωτικού επανήλθε από τις στάχτες της και έγινε σαν καινούρια. Ξαφνικά η παγωμένη καρδιά του Πωλ ζεστάθηκε και ο ίδιο άστραψε από χαρά και ευτυχία.

Ήταν η μαγεία της ειλικρινής συγγνώμης που τον γιάτρεψε! Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!!

Καλά Χριστούγεννα

Με αγάπη Μπόη Μαρία εκπαιδευτικός 

 Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

 


Share:

ΩΣ ΤΟΝ ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗ: Χριστουγεννιάτικο παραμύθι Ν8

       Μια νύχτα γιορτινή, σε ένα μικρό νησί...


-Πείτε μου, αγόρια μου, τι θέλετε να σας φέρει ο Άγιος Βασίλης;

-Μπαμπά, εγώ θέλω ένα μεγάλο δέντρο!

-Εγώ θέλω πολλά, λαμπερά στολίδια. Εσύ, μπαμπά, τι θέλεις;

-Εγώ θα ήθελα... να στολίσουμε το δέντρο μαζί!

      Και ποιος δεν ήθελε! Όμως, ο μπαμπάς δεν ήταν στο νησί, αλλά σε ένα καράβι στην άλλη άκρη της γης. «Έτσι δουλεύουν μερικοί μπαμπάδες, είναι ναυτικοί», έλεγε η μαμά.

      Τα αγόρια ευχήθηκαν να είχαν ένα δέντρο τόσο ψηλό που, αν σκαρφάλωνες σε αυτό, να έφτανες στον Αϊ-Βασίλη και να ζητούσες ό,τι ήθελες! Τόσο λαμπερό, που να το έβλεπε ο μπαμπάς, όπου κι αν βρισκόταν.

      Το πρωί των Χριστουγέννων βρήκαν στο σαλόνι ένα μικρό δεντράκι κι ένα γράμμα από τον Αϊ-Βασίλη!

«Καλά μου παιδάκια, το δεντράκι, που σας έκανα δώρο, μεγαλώνει με ΑΓΑΠΗ! Κάθε φορά που σκέφτεστε κάποιον με αγάπη, το δέντρο θα ψηλώνει. Ποιος ξέρει πόσο ψηλά θα φτάσει;

Στολίδια λαμπερά θα γίνουν οι ελπίδες σας. Κάθε ευχή σας θα λαμποκοπάει σαν αστέρι».

      Το δέντρο ψήλωνε... και ψήλωνε κι έγινε τόσο μεγάλο που, αν ήθελε, ο Αϊ-Βασίλης θα μπορούσε να κατέβει κάνοντας τσουλήθρα στα κλαδιά του! Έγινε τόσο λαμπερό, όπως η λαχτάρα των παιδιών να έχουν τον μπαμπά στο σπίτι την Πρωτοχρονιά! Τόσο μαγικό, που ο εκείνος μπορούσε να το δει και να νιώσει ότι τον αγαπούν! Δεν ένιωθε πια τόσο μόνος.

     Εκείνη την Πρωτοχρονιά ήταν λες και πραγματοποιήθηκαν όλες οι ευχές.

Χμμμμ όλες; Η καλύτερη ευχή έμεινε για αργότερα...

       Ένα χρόνο μετά, τα παιδιά δε χρειάζονταν κανένα πελώριο δέντρο για να δείξουν την αγάπη τους. Γιατί το στόλιζαν όλοι μαζί στο σπίτι!  

     Όμως, αν κοιτούσαν έξω, στον ουρανό μπορούσαν να δουν χιλιάδες θεόρατα, στολισμένα δέντρα, που έστελναν αγάπη στα καράβια όλης της γης!

Ολγα Κουση εκπαιδευτικός

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!
Share:

Θυμάμαι πάντα την 24η Δεκεμβρίου: Χριστουγεννιάτικη Ιστορία Ν7


Θ
υμάμαι πάντα την 24η Δεκεμβρίου..Κάθε χρόνο ήταν η ίδια. Ξυπνούσαμε νωρίς, μαζευόμασταν όλη η οικογένεια μπροστά στο τζάκι και τρώγαμε πρωινό. 
Μοσχομύριζε ζυμάρι παντού. Ωτία, πιροσκί και γιοχάδες με τυρί ,που άχνιζαν και γαργαλούσαν τις μύτες μας! 
Ακούγαμε τραγούδια και τις αφηγήσεις των γονιών και των παππούδων μας.
 Αργότερα, συναντιόμασταν με τους φίλους μας για παιχνίδι και βόλτα. Κάποιοι είχαν ξεκινήσει από νωρίς τις επισκέψεις σε σπίτια φίλων και συγγενών.
 Γύρω στο μεσημέρι βάζαμε τα καλά και ζεστά μας ρούχα και ετοιμαζόμασταν για την πιό ωραία ασχολία των ημερών εκείνων. 
Τα κάλαντα. "Χριστός 'γεννέθεν, χαρά 'σον κόσμον.." Ξεκινούσαμε με το φως του ήλιου και μας έβρισκε το "φέγγον". 
Επισκεπτόμασταν κάθε φιλικό και μη, σπιτικό. Συντροφιά μας η ποντιακή λύρα, το νταούλι και ένα καράβι στολισμένο που έριχνε ο καθένας τον όβολό του,ότι μπορούσε και διέθετε.
 Τα χρήματα που συγκεντρώναμε τα διαθέταμε στον Σύλλογο μας, για τις ανάγκες και το φιλανθρωπικό έργο του. Πληθώρα τα κεράσματα και τα γλυκά. Μελομακάρονα, κουραμπιέδες,δίπλες και σοκολατάκια. 
Οι τσέπες μας ήταν γεμάτες καραμέλες και λιχουδιές. Γέλια, φωνές, μουσική και χαρούμενα πρόσωπα. 

Οι ώρες περνούσαν χωρίς να το καταλάβουμε. Δεν υπήρχε κούραση, παρά μόνο πολλή διάθεση και αστείρευτη ενέργεια. 
Ο κάθε σπιτονοικοκύρης μας άνοιγε το σπίτι του και την καρδιά του.
 Μοιραζόταν μαζί μας τη χαρά του, φυσικά και τον χορό που στήναμε(όπου μας επιτρεπόταν). 

Οι καρδιές όλων μας χτυπούσαν δυνατά. Δεν θέλαμε να τελειώσει η ημέρα. Κι όμως τελείωνε.. αλλά δίναμε το ραντεβού μας στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς! 
Γεμάτη αναμνήσεις και ευχάριστες νότες των παιδικών στιγμών τις ημέρες των Χριστουγέννων, εύχομαι "Χρόνια πολλά και καλά και του χρόνου'''

Ειρήνη βαρυτιμιάδη

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!
Share:

Τα Χριστούγεννα της μικρής Φανής: Χριστουγεννιάτικη Ιστορία Ν6

Τα Χριστούγεννα...

Ήμουν μικρή πολύ μικρή...

Η οικογένεια μου καθόλου ευκατάστατη μιας και η μητέρα μου δεν δούλευε, ο μπαμπάς ήταν ως επί το πλείστον παρτακιας και δεν έδινε δεκάρα για το αν αυτά τα λίγα που έδινε στην μητέρα μου έφταναν για να ταΐσει και τα 3 τους παιδιά...

Πήγαινα σχόλιο τότε θυμάμαι 1η Δημοτικού...

Είχαμε μιλήσει με τα παιδιά της τάξης τι γράμμα θα γράψουμε στον Άγιο Βασίλη και τι θα ζητήσουμε για δώρο...

Όλα τα παιδιά έλεγαν με χαρά τι ήθελαν και τι θα ζητήσουν...

Έρχεται η σειρά μου ..

Εσύ Φανή τι δώρο θα ζητήσεις φέτος?? 

Ήμουν σκεπτική...δεν ήξερα τι να απαντήσω...

Σκέφτομαι λίγο και με μια τρεμάμενη φωνή λέω.

Θα ζητούσα από τον Άγιο Βασίλη να φέρει πίσω τον αδερφό μου που μου πήρε ο θεούλης.. 

Όλα τα γέλια σταμάτησαν και η δασκάλα άλλαξε θέμα..

Πήγα σπίτι και ήταν μακρύς ο δρόμος. 

Σκεφτόμουν όλα αυτά τα δώρα που θα πάει ο Άγιος Βασίλης και αν θα μπορούσε να εκπληρώσει και το δικό...

Μόλις φτάνω στο σπίτι βλέπω τον μπαμπά μου ... Του λέω μπαμπά μπαμπά ήξερες ότι υπάρχει ο Άγιος Βασίλης και ότι κάνει δώρο στα παιδάκια? 

Τι λες μου λέει ποιος τα λέει αυτά? 

Στο σχολείο μπαμπά τα παιδιά και η δασκάλα μου το είπαν..

Θέλω να γράψω γράμμα μπαμπά και να το στείλεις στον Άγιο Βασίλη γιατί εγώ είμαι μικρή και δεν μπορώ...

Και τι δώρο θέλεις να ζητήσεις; Θέλω να ζητήσω να φέρει πίσω τον αδερφό μου μπαμπά που μας πήρε ο θεούλης..

Δεν έπαιξα μπαμπά μαζί του και θέλω να παίξω και να τον δω να γελάει και να πηγαίνουμε μαζί σχολείο! 

Είχα όλη την χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου και το έλεγα και το εννοούσα... ήθελα πραγματικά αυτό το όνειρο μου να γίνει πραγματικότητα...

- εντάξει εντάξει κάτι άλλο θέλεις γιατί αυτό δεν γίνεται??? 

- Μπαμπά θέλω Ναι... 

- λεγε 

- Μπαμπά θέλω ο Άγιος Βασίλης να σε κάνει πιο καλό μπαμπά για εμάς και για την μαμά μου ...

Θέλω να σε κάνει να σταματήσεις να πίνεις και να μας χτυπάς. Θέλω να σε κάνει να μας αγκαλιάζεις λιγάκι και να παίζεις μαζί μας ... 

Εκεί ήταν που εξοργίζεται και φεύγει... 

Φεύγει χτυπώντας την πόρτα δυνατά αγνοώντας και ξεχνώντας ότι και αν του είπα...

Έτρεξα στην μαμά μου κλαίγοντας και προσπαθώντας να της εξηγήσω τι ακριβώς έγινε...

- έλα παιδί μου ηρέμησε θα σε βοηθήσω να γράψεις το γράμμα απλά να ξέρεις ότι ο Άγιος Βασίλης δεν προλαβαίνει πάντα να πηγαίνει σε όλα τα σπίτια και να ικανοποιεί όλες τις ευχές και να δώσει όλα τα δώρα...

Σ'αγαπώ μαμά... Σ'αγαπώ πολύ και αγαπώ μόνο εσένα τον αδερφό μου και τον μεγάλο αδερφό μαμά τον αγαπώ και ας έφυγε χωρίς να παίξουμε...

Γράφουμε το γράμμα με την μαμά μου και όσο τις έλεγα τι ήθελα να μου φέρει ο Άγιος Βασίλης εκείνη δεν σταμάτησε να δακρύζει πάνω από το γράμμα..

- Μαμά σε παρακαλώ μην κλαις δεν θέλω να κλαις μουτζουρωνεις το χαρτί και δεν θα μπορεί ο Άγιος Βασίλης να διαβάσει τα δώρα μου και δεν θα τα φέρει...

Με κοιτάζει μέσα στα μάτια μου και με παίρνει μια αγκαλιά... ήταν μια αγκαλιά διαφορετική από κάθε φορά.. Νόμιζες ότι θα σου έσπαγε όλα τα κόκαλα και ταυτόχρονα ήταν τόσο ζέστη η αγκαλιά της καυτή θα έλεγα... Καυτά ήταν και τα δάκρυα της όμως που άγγιζαν το μάγουλο μου ...

Με πήγε στο μπάνιο με έλουσε με έντυσε πλυναμε δόντια και με πήγε στο κρεβάτι μου ... είχε καιρό να το κάνει αυτό η μαμά μου ...

Με σκεπάζει και μου λέει..

- Αύριο θα πάμε να στείλουμε το γράμμα σου στον Άγιο Βασίλη εντάξει?

- Ναι μαμά σε ευχαριστώ καληνύχτα Ξημέρωσε... δεν θυμάμαι να κοιμήθηκα καλά... ανυπομονούσα να ξημερώσει να στείλω το γράμμα στον Άγιο Βασίλη...

Σηκώνομαι πλένω δόντια ντύνομαι διπλώνω τα ρούχα μου και πάω να βρω την μαμά μου να της πω να ετοιμαστεί να φύγουμε...

Έτοιμη ήταν και εκείνη με ένα πλατύ χαμόγελο. Σπάνια την έβλεπα να χαμογελάει... δεν το καταλάβαινα τότε αλλά ήταν λογικό αφού είχε λίγο καιρό που είχε χάσει τον γιο της ...

Την ώρα που πάμε να φύγουμε ανοίγουμε την πόρτα και τι να δούμε..

Ο μπαμπάς μου... μας περίμενε στην πόρτα...

- που πάτε 

- Μπαμπά πάμε να στείλ....

Με σταματάει η μαμά μου και του λέει 

- πάμε σούπερ μάρκετ να πάρουμε κάποια πράγματα...

Ο μπαμπάς το κατάλαβε όμως ότι η μαμά είπε ψέματα... 

Και της άνοιξε την τσάντα.. βρήκε το γράμμα και το σκίζει φωνάζοντας πως 

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ...

Νευρίασα φώναξα και πήγα στο δωμάτιο μου κλαίγοντας...

Ήρθε η μαμά μου από πίσω...

- μην αγχώνεσαι αγάπη μου ο Άγιος Βασίλης ξέρει τι δώρο θέλεις και επειδή είσαι πολύ καλό παιδάκι δεν θα σε αφήσει έτσι...

- Μαμά πως το ξέρει αφού ο μπαμπάς έσκισε το γράμμα. 

- ήρθε εχθές το βράδυ ένα ξωτικό και διάβασε το γράμμα σου και σίγουρα θα το πει στον Άγιο Βασίλη...

Δεν θέλω να στεναχωριέσαι όμως γιατί σου είπα ότι δεν προλαβαίνει πάντα να πηγαίνει δώρα σε όλα τα παιδιά... 

Ήρθαν τα Χριστούγεννα...

Δεν έκλεισα μάτι.. περίμενα πίσω από την πόρτα του δωματίου μου να δω πότε θα έρθει ο Άγιος Βασίλης με τον αδερφό μου μέχρι που αποκοιμήθηκα... 

Ξημέρωσε.. ξύπνησα...

Και έτρεξα σε όλα τα δωμάτια ψάχνοντας για τον αδερφό μου αλλά....

Δεν ήταν πουθενά... δεν ήρθε... 

Ο Άγιος Βασίλης δεν μπόρεσε να τον φέρει.. δεν πρόλαβε...

Έκλαψα, έκλαψα πολύ όμως ήμουν εντάξει με αυτό... 

Τουλάχιστον θα πήραν δώρο τα υπόλοιπα παιδιά και αυτό με έκανε χαρούμενη και ταυτόχρονα λυπημένη που δεν μπόρεσα να πάρω και εγώ το δώρο μου ...

Φένη Μιχαήλ
  


Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!
Share:

Πλησιάζουν Χριστούγεννα: Χριστουγεννιάτικο παραμύθι Ν5

                                                Πλησιάζουν Χριστούγεννα.

Ο καιρός είναι ζεστός με κάποια ξαφνικά κρύα. Είναι σαν να είμαστε στο φθινόπωρο αρχές Νοέμβρη. Ελπίδα για χιόνια, μόνο στα όνειρα. Όπως και για πολλά άλλα….

Πως είναι όμως ν’ονειρεύεσαι, να ξυπνάς και να συνειδητοποιείς πως τ’όνειρο είναι η πραγματικότητα;

 

Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Όλοι τα περιμένουν με χαρά. Να ξεκουραστούν απ’τον καθημερινό μόχθο. Ν ‘ αναπολήσουν εποχές αθώες όπως τότε που υπήρχε η ελπίδα ή ακόμα πιο παλιά, η πίστη, ότι τα όνειρα βγαίνουν αληθινά.

Γατζωμένο πάνω απ’τα βράχια είναι το μικρό πέτρινο εκκλησάκι. Ποιός ξέρει πόσα χρόνια. Με την καμπάνα κρεμασμένη στα κλαδιά μιας συκιάς που απλώνει τις κλάδες της μέχρι τον ταπεινό περίγυρό του. Και εκείνα τα Χριστούγεννα θα τα περάσει έρημο και παγωμένο. Στο τέμπλο θα κολλάει η υγρασία τη σκόνη πάνω στις εικόνες, και μερικοί σοβάδες θα πέσουν και φέτος κάτω απ’την αψιδωτή οροφή του. Και ίσως, μια απ’αυτές τις άγιες μέρες να περάσει κάποιος ν’ ανάψει το φτωχό καντήλι του.

Πέφτει το δείλι. Σύννεφα κόκκινα στη δύση βάφουν τον ουρανό απ’άκρη σ’ άκρη κι αντιφεγγίζουν πάνω στα ακύμαντα νερά του λιμανιού. Ησυχία. Δεν υπάρχει ψυχή. Μόνο δύο πάπιες σουλατσάρουν πάνω κάτω στην παραλία. Και ένα κοτσύφι πετάγεται τρομαγμένο ενώ το χαζεύει απτόητος ένας γλάρος από ψηλά.

Στην πραγματικότητα υπάρχουν άνθρωποι πολλοί. Που πάνε κι έρχονται. Που κορνάρουν μέσα απ’αυτοκίνητα, που γκαζώνουν μηχανάκια.

Μα τώρα είναι τ’ όνειρο.

Βαδίζω στην παραλία. Ξέρω αν θ’ απλώσω τα χέρια μου θ’ αγγίξω τον ουρανό. Και τα γαλήνια νερά. Μπορεί και να πετάξω, σαν το γεράκι, κόντρα στον άνεμο. Να, πέταξα! Πάω για το ξωκκλήσι. Το ετοιμάζω για την γιορτή. Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα.

Είναι πολύ πρωί, και φέγγουν ακόμα τ’ αστέρια. Κι ένα αστέρι, εκεί πάνω ψηλά μου φαίνεται πως φέγγει λίγο πιο έντονα. Έχει πέσει ο αγέρας που φυσούσε. Βαδίζω προς το εκκλησάκι κρατώντας ένα μικρό φαναράκι να μου φέγγει. Απο τα γύρω μονοπάτια πολλά μικρά φαναράκια εμφανίζονται. Τρεμοπαίζουν καθώς ταλαντεύονται στο χέρι που τα κρατάει. Γεμίζει το εκκλησάκι, γεμίζει και η αυλή του. Και ο κόσμος συνεχίζει να έρχεται. Όλοι βουβοί, μόνο με την καρδιά τους να τραγουδάει το “Χριστός, γεννάται”

Και ξημερώνει η μέρα. Η θάλασσα γαλήνια, γκρίζα καθρεφτίζει τον συννεφιασμένο ουρανό. Και αρχίζει να χιονίζει. Η λειτουργία τελειώνει και όλοι μας κατευθυνόμαστε στις ζεστές εστίες μας. Πριν καλά καλά γυρίσουμε το έχει στρώσει. Χωνόμαστε γρήγορα μέσα στη θαλπωρή των κοιμισμένων σπιτιών. Εμείς κι οι άγγελοι μας

Ασπα Χαβιάρα εκπαιδευτικός 

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Ο βοηθός του Αη-Βασίλη - Χριστουγεννιάτικο παραμύθι 4

Ο βοηθός του Αη-Βασίλη

Κάποτε, σε ένα μικρό αιγαιοπελαγίτικο νησάκι, ζούσε ένα μικρό αγοράκι που το λέγανε Χριστάκη. Ζούσε με τη μητέρα του, γιατί ο πατέρας του, που ήταν ναυτικός, όπως άλλωστε οι περισσότεροι άντρες του νησιού, έλειπε σε ταξίδι για πολύ καιρό.


Ήταν χειμώνας, έκανε πολύ κρύο και καθώς βράδιαζε, ξεκίνησαν να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες του χιονιού. Η ζεστασιά από το  τζάκι που ήταν αναμμένο από νωρίς και η ευωδιά από τα μελομακάρονα που ετοίμαζε η μητέρα στην κουζίνα, πρόσφεραν μια γλυκιά θαλπωρή στο σπίτι.

Ο Χριστάκης, καθισμένος στην αγαπημένη του γωνιά του σπιτιού, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, παρακολουθούσε έξω από το παράθυρο τις νιφάδες του χιονιού που χόρευαν απαλά τον ρυθμικό χορό τους. Τότε θυμήθηκε τη δασκάλα του, που τους είχε πει ότι παρά το γεγονός ότι όλες μοιάζουν μεταξύ τους, αν τις παρατηρήσει κανείς προσεκτικά θα διαπιστώσει ότι η καθεμιά είναι διαφορετική.

Πόσο του έλειπε αυτή τη στιγμή, όπως και πολλές άλλες φορές, το σχολείο του που ήταν κλειστό εξαιτίας αυτού του τρομακτικού ιού που κρατά αναγκαστικά τους ανθρώπους σε απόσταση μέχρι να εξαφανιστεί και να μην κινδυνεύουν πια από την ύπαρξή του. Του έλειπαν οι συμμαθητές του, τα γέλια και οι φωνές στα διαλείμματα, τα παιχνίδια που έπαιζε με του φίλους του στην αυλή, μέχρι και οι τσακωμοί που πάντα τελείωναν με μια αγκαλιά κι ένα «συγνώμη». Του έλειπε και η δασκάλα του, η κυρία Μαργαρίτα, με τη γλυκιά φωνή και το χαμόγελο, ακόμα κι αν τους μάλωνε καμιά φορά όταν ζωήρευαν στην τάξη κι όλα τα ωραία πράγματα που τους μάθαινε.

Αυτά σκεφτόταν και επειδή πλησίαζαν οι γιορτές  έπρεπε να σκεφτεί ακόμη τι θα ζητούσε από τον Αη Βασίλη στο γράμμα που θα του έγραφε, όπως κάθε χρόνο. Η ώρα όμως είχε περάσει και τα βλέφαρά του σιγά σιγά άρχισαν να κλείνουν και αποκοιμήθηκε. Τότε είδε ένα από τα πιο όμορφα όνειρα που είχε δει στη ζωή του και θα το θυμόταν για καιρό.

Είδε, λοιπόν, ότι ο Αη Βασίλης με το έλκηθρό του που το έσερναν τέσσερα πανέμορφα ελαφάκια, σταμάτησε στην αυλή του σπιτιού τους και τον κάλεσε να πάει μαζί τους για να τον βοηθήσει να μοιράσουνε τα δώρα στα παιδιά. Του είπε ότι τον διάλεξε για βοηθό του, γιατί εντυπωσιάστηκε από το γράμμα που του έστειλε και στο οποίο του έγραφε ότι ειδικά φέτος δεν επιθυμεί ένα δώρο για τον εαυτό του, αλλά η ευχή του είναι να επιστρέψει ο πατέρας του για τις γιορτές και να μπορεί σύντομα να δει και να αγκαλιάσει τον παππού και τη γιαγιά, να μπορεί να παίξει με τους φίλους του και τα ξαδερφάκια του και να ξαναπάει στο σχολείο για να ανταμώσει τους συμμαθητές του και τη δασκάλα του.

Επίσης, ο Αη Βασίλης συγκινήθηκε, γιατί ο Χριστάκης του ζήτησε να δώσει προτεραιότητα και να μοιράσει πρώτα πολλά δώρα στα φτωχά παιδάκια που έχουν περισσότερη ανάγκη για παιχνίδια και στα άρρωστα παιδάκια με την ευχή να γίνουν γρήγορα καλά!

Έτσι κι έγινε λοιπόν, ο Χριστάκης ανέβηκε στο έλκηθρο του Αη Βασίλη και έγινε συνοδηγός του. Πετούσαν πάνω στον ουρανό και ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο. Ανάμεσα στα σύννεφα και τα αστέρια ο Χριστάκης μπορούσε να διακρίνει τις θάλασσες, τα βουνά, τις λίμνες και τα ποτάμια και κάθε τόσο σταματούσαν στις πολιτείες και στα χωριά μοιράζοντας μέσα από τις καμινάδες δώρα σε όλα τα παιδάκια του κόσμου χωρίς να αφήσουν κανένα παραπονεμένο.

Όταν μοίρασαν μέχρι και το τελευταίο παιχνίδι που είχε μέσα ο σάκος του Αη Βασίλη, ο Χριστάκης πετάχτηκε από τον ύπνο του, γιατί άκουσε ένα σφύριγμα έξω στον δρόμο. Τον ήξερε πολύ καλά αυτό τον γνώριμο ήχο, ήταν ένας σκοπός τραγουδιού που του τραγουδούσε ο πατέρας του από τότε που ήταν μωρό. Έτρεξε με λαχτάρα στην πόρτα και διέκρινε την ψηλή φιγούρα του πατέρα του να πλησιάζει στο σπίτι φορτωμένος με δώρα. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη και καθώς χάθηκε μέσα στην αγκαλιά του, ψιθύρισε χωρίς κανένας να τον ακούσει: « Σε ευχαριστώ που υπάρχεις Αη-Βασίλη!».

 

Χρύσα Βεζακίδου  εκπαιδευτικός 

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Τα Χριστούγεννα του κυρίου Χ. - Χριστουγεννιάτικο παραμύθι για μεγάλους

 Στη μεγάλη πόλη τα Χριστούγεννα έρχονταν κάθε χρόνο και δεν ήταν τίποτε άλλο από μια συνήθεια για ψώνια ,ετοιμασίες ,ανταλλαγές δώρων και επισκέψεων και τυπικές συναθροίσεις. 

Ο Χ. ήξερε πως τα Χριστούγεννα θα φορτωνόταν περισσότερη εργασία για να καλύψει τις μέρες των διακοπών .Έτσι τα μισούσε τα Χριστούγεννα. 

Μισούσε οτιδήποτε του τα θύμιζε. Μισούσε τους άλλους που χαίρονταν με αυτά .Μισούσε τα ζαχαροπλαστεία με τα γλυκά ,τα καταστήματα με τα δώρα ,τα παιχνιδάδικα γεμάτα παιδιά, τους ολόφωτους δρόμους.

 Τα Χριστούγεννα θα έρχονταν όπως πάντα και θα τον γέμιζαν υποχρεώσεις. Χωρίς λόγο .Έτσι έλεγε. Χωρίς αιτία .

Τα μόνα παιδιά που δέχονταν να του πουν τα κάλαντα  ήταν τα ανίψια του κι αυτό για να τελειώνει γρήγορα με τα δώρα τους .Τους τα έδινε αντί για χρήματα. Η πόρτα του στα άλλα παιδιά της γειτονιάς παρέμενε σφαλιστή .

Παραμονή Χριστουγέννων φέτος …και τίποτα δεν θυμίζει τα παλιά Χριστούγεννα που απεχθάνονταν .¨Όλοι είναι σκυθρωποί. Απρόσωποι με τις μάσκες τους για να προφυλαχθούν από τον ιό. Τον ιό που έχει «εισβάλλει »στις ζωές των ανθρώπων του πλανήτη.

 Ο Χ. ίσως να σκέφτεται πως επιτέλους συμμορφώθηκαν όλοι και δεν έπαθαν τη γνωστή Χριστουγεννιάτικη γιορτινή  υστερία. Επιτέλους έβαλαν μυαλό. Αυτός ο ιός τους έβαλε μυαλό. Είναι φίλος μου, μονολογούσε .

Αυτά σκεφτόταν ο Χ. και  ετοιμάστηκε να φύγει από το γραφείο και να επιστρέψει σπίτι του. Πήρε το μετρό, συνάντησε τους σκυθρωπούς ανθρώπους με τις μάσκες ,φορούσε και ο ίδιος άλλωστε. Σκεφτόταν τι καλά που δεν χρειάζεται ούτε να χαμογελάσεις ψεύτικα. Κανείς δεν σε βλέπει μέσα από τη μάσκα .Είσαι κρυμμένος για τα καλά .

Έφτασε στο σταθμό που έπρεπε να κατέβει και πήρε το δρόμο για το σπίτι του. Βγήκε στον κεντρικό δρόμο και καθώς περνούσε απέναντι ………Σκοτάδι.

Άνοιξε τα μάτια του και όλα γύρω του ήταν λευκά. Οι τοίχοι, τα έπιπλα, το φως.

Άνθρωποι καλυμμένοι παντού, μέσα σε στολές σαν αυτές που έβλεπε στις ταινίες όταν υπήρχε πυρηνική καταστροφή, τον πλησίαζαν κάτι του έλεγαν και έφευγαν .

Πήγε κάτι να πει αλλά δεν τον άκουγαν. Μίλησε πιο δυνατά …τίποτα ….φώναξε αλλά κανείς δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Κρύωνε. Ήθελε να ακούσει μια κουβέντα …να του πουν κάτι ….Αλλά κανείς ,τίποτα. Δύο από αυτούς που δεν καταλάβαινε αν ήταν άντρες οι γυναίκες στεκόντουσαν τώρα πάνω από το κεφάλι του. Μπορεί  να ήταν και γιατροί ,σκέφτηκε.

Α, ναι γιατροί θα ήταν …και αυτό είναι νοσοκομείο. Πως βρέθηκε εκεί; Η μνήμη του ήταν κενή .

Δεν του έδινε κανένα σημάδι. Αχ αν τον άκουγαν θα ήθελε να τους ρωτήσει, τι συμβαίνει ; πως ήταν ; αν θα έφευγε και πότε…αν θα έκανε Χριστούγεννα σπίτι του . Η σιωπή τον τρέλαινε…

Ας του έλεγαν κάτι …έστω τα κάλαντα , σκέφτηκε και πήγε να γελάσει αλλά δεν τα κατάφερε.

Οι μέρες περνούσαν …Κοιμόταν κυρίως και όταν άνοιγε τα μάτια του πάντα η ίδια σιωπή …..τα ίδια βλέμματα μέσα από τα σκάφανδρα… οι ίδιες κινήσεις …..ένας βωβός εφιαλτικός κινηματογράφος.

Είχε χρόνο τώρα ο Χ. Να σκεφτεί όλα όσα έκανε τα προηγούμενα Χριστούγεννα. Για όλα όσα γκρίνιαζε, για όλα όσα αρνιότανε να συμμετέχει …όλα τα γιορτινά μικρά μικρά που συνέβαιναν και αυτός τα αντιπαθούσε ή τα προσπερνούσε. Τα σκεφτόταν και μπορεί να πει ότι του έλειπαν. Ότι θα επιθυμούσε όλα να ήταν όπως παλιά… και δεν θα ξαναγκρίνιαζε… δεν θα κατέβαζε τα μούτρα. Μόνο να του έδιναν πίσω λίγη από τη ζωή του. Την μονότονη, μοναχική ζωή του. Θα της έβαζε χρώμα ,μουσική, φως και πολλά πολλά λόγια. Πάρα πολλά λόγια. Αμέτρητα λόγια και ήχους.

Αυτά σκεφτόταν ο Χ. και έκλεισε τα μάτια να ξεκουραστεί. Ελπίζοντας όταν τα ξαναανοίξει  να έχει επιστρέψει το χρώμα, οι ήχοι, οι άνθρωποι στη ζωή του. Να έχει επιστρέψει ο ίδιος στη νέα του ζωή.

Δύο άνθρωποι με στολές βρέθηκαν από πάνω του. Ο ένας τράβηξε το σεντόνι που σκεπαζόταν ο Χ. και τον κάλυψε μέχρι απάνω, ενώ ο άλλος πατούσε ένα κουμπί ώστε να σταματήσει ο διαπεραστικός ήχος του παλμογράφου που έδειχνε μια ευθεία γραμμή.

Ο Χ. ήταν ήδη αλλού. Κι εκεί μπορεί να γιόρταζε τα Χριστούγεννα .Ίσως πιο έντονα από ποτέ.

 

  Του Δημήτρη Αδάμη  Σκηνοθέτης-Συγγραφέας στην εταιρεία 


 Μαγικές Σβούρες, 

Αθηναϊκά Θέατρα, 
Θέατρο Αυλαία,
Sfiga Music Theater,

 

 Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

 

 

Share:

Ίντα γίνεται τα Χριστούγεννα στον Καταρράκτη -Χριστουγεννιάτικο παραμύθι 3

 

Μακριά σε ένα χωριό της Χίου τον Καταρράκτη ζει ένας παππούς που είναι φημισμένος για τις ιστορίες του… Ο μπάρμπα Κωστής ο παραμυθάς!!! Έτσι τον φώναζαν όλοι γιατί κάθε φορά που κατέβαινε στον καφενείο άρχιζε τις ιστορίες από τα παλιά. Άλλες φορές αληθινές και άλλες τις έβγαζε από το κεφάλι του. Οι γέροι τον έκαναν χάζι και τα παιδιά τρελαίνονταν να κάθονται δίπλα του και να ακούνε ότι είχε να τους πει.

  Εκείνο το πρωί είχε πάει στο χωράφι να σπείρει κάτι κουκιά και να μαζέψει λίγα χόρτα για να βάλει τη φωτιά το μεσημέρι να ψήσει το φαί του. Γύρισε άλλαξε τα ρούχα του, πήρε την κουτσούνα* του, έβαλε το καπέλο του και ξεκίνησε για ίσια κάτω να βρεις του άλλους στο καφενείο, να κάμει τη βότα του.

Κατηφόρισε λοιπόν τον Καραβά και έφτασε στο λιμανάκι, όταν έφτασε στο καφενείο όλοι ήταν εκεί.

-Ιντα έγινε βρε βεγγέρα έχομε σήμερα και είστε όλοι μαζομένοι εδωνά; Ερώτηξε ο μπαρμπα Κωστής

-Κάτσε μπαρμπα-Κωστή να σου βάλω το ουζάκι σου, του είπε ο Μαθιός

Έκατσε στη θέση που κάθεται συνήθως, εκεί που μπορούσε  να αγναντεύει τη θάλασσα!

 

Εκείνη την στιγμή τα παιδιά είχαν μαζευτεί και κατέβαιναν για παιχνίδι. Με το που βλέπουν τον μπαρμπα-Κωστή έτρεξαν κοντά του.

-Ε μπάρμπα, έχεις καμιά ιστορία να μας πεις; του ‘πε ο μικρός Νικόλας

- Βρε αφήκετε με να πιω το ούζο μου με την ησυχία μου!

-Έλα μπαρμπα-Κωστή! του είπε το πιο μικρό της παρέας το Ερηνάκι, και τον ετουμπάρησε

-Ας είναι!!! Τι θετε να σας πω;

-Πες μας μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία

-Μια Χριστουγεννιάτικη έ; Κάτσε να σκεφτώ… και έκανε τάχα μου ότι δεν είχε καμιά πρόχειρη.

Και συνεχίζει…

«Χριστούγεννα ήταν θυμάμαι και εγώ ήμουν δέκα χρονών τότες και διαόλου κάλτσα όπως είναι γνωστό. Δεν με έκαμνε ζάφτι* η μάνα μου και όλη μέρα με κυνηγούσε με το βεργί. Εκείνα τα Χριστούγεννα είχε έρτει και ο πατέρα μου από τα καράβια. Είχαμε καιρό να κάμομε όλοι μαζί γιορτές. Προπαραμονή των Χριστουγέννων με έστειλε η μάνα μου να πάω ίσαμε του μαστρο-Γιώργη που χε γουρούνια να πάρω το κρέας που είχε μηνύσει να της ετοιμάσουν  και να μου δόκει μια φούσκα να σιάξω την τραμπούκα μου. Να την έχω έτοιμη για αύριο για τα κάλαντα. Σαν ξημέρωσε σηκώθηκα πρώτος - πρώτος με την αγωνία να πάω να πω τα κάλαντα να μαζέψω του κόσμου τα καλούδια και τα φράγκα από τους συγγενείς. Με το που με ένιωσε η μάνα μου, μου είπε πρώτα να πάω να φέρω ένα πασούλι* να σχιάξει με τον πατέρα μου το χριστόξυλο. Όταν επέστρεψα από το χωράφι και ήκαμα αυτό που μου μήνυσε η μάνα μου βούτηξα την τραμπούκα μου και το μικρό τουρβά* και πήρα τον κατήφορο.

Με το που νετάρισα* και μάζεψα ότι είχα να μαζέψω πήρα το δρόμο ίσα πάνω για το σπίτι. Καθώς ανέβαινα είπα να κόψω δρόμο  για να βγοδώνω*, να πάω μεσαριά* από το χωράφι του Γιάννου. Σαρτώ* το φράχτη και να σου βρίσκομε μέσα στο μαντρί, με το που με βλέπει ο τράγος με παίρνει στο κυνήγι. Λίγο πριν προλάβω να φτάσω στην απέναντι πλευρά με πετυχένει στα πισινά και πάρε με κάτω. Κάνω τα ρούχα μου μέσα στα βερβελίδια* ενώ τα αυγά που ‘χα στις τσέπες μου εγίνηκαν  ομελέτα.

Γυρνώ στο σπίτι, μες στη βρωμιά. Η μάνα εκείνη την ώρα έσιαχνε το Χριστόψωμο και ο πατέρας καθάριζε τον φλουγγάρο* μην τυχον κ βρουν πατηματα τα καλικαντζάρια και κατέβουν και μας μαγαρίσουν τα γλυκά. Με το που με βλέπει η μάνα μου σε αυτό το χάλι αρχισε να με κατσαδιάζει* και να ακούω τα Πρωτοχρονιάτικα μου και ας είχαμε Χριστούγεννα. Πιάνει τις φωνές όξω ποδάρι*.

-         Ε κακορίζικο και σε πιάσω στα χέρια μου. Τι χάλια είναι βρε αυτά; Γούσουρα* θα μου κατεβάσεις. Πως θα βαλω βρε μπουγάδα παραμονές Χριστουγέννων που θα ‘ρθουν οι κατσικάδες* και θα τα λιώσουνε τα ρούχα;;; Κοκοχράχει η ωρα σου*.

Και άλλα πολλά είπε… Και έγω ηφυα και επήα και κλειδώθηκα στην κάμαρη μου και μήτε άχνα δεν ήβγαλα. Ήβγα από κει

μέσα την άλλη μέρα, ημέρα Χριστουγέννων όταν με φώναξε η μάνα μου να ντυθώ, να πάμε στην εκκλησιά για τον εσπερινό της Παναγιάς. Η μάνα μου είχε ετοιμάσει όλα τα γλυκά και τα είχε πάνω στο τραπέζι. Κουρκουμπίνους*, φοινίκια *με πετουμέζι*, μαμούλια, μασουράκια*, ένα σωρό καλούδια και εγώ που ήμουν λιμασμένος* μια μέρα ολάκερη τα έβλεπα και τρέχανε τα σάλια μου.

Ντυθήκαμε, στολιστήκαμε μου έκαμε και η μάνα την μπόρκα* μου και ήμασταν έτοιμοι για να πάμε στην εκκλησιά αλλά η φωτιά από το τζάκι δεν ήθελε να σβήσει και η μάνα κατάλεγε που θα αργούσαμε και τι θα πει ο παπάς. Φύγαμε άρον -άρον με το τζάκι να σιγοκαίει.

Μετά από κανένα μισάωρο ο πατέρας μου , μου έγνεψε να πάω ως το σπίτι να δω τι έγινε με τη φωτιά. Επήρα το δρόμο για το σπίτι τρεχάτος, με το που φτάνω απέξω θωρώ έναν καγκαδιασμένο* να παλεύει να μπει μέσα στο σπίτι μας. Ήταν χοντρός πάνω και είχε λεπτά ποδάρια ,μακριά ουρά και μια μύτη σαν μελιτζάνα. Κατσικάς* να δεις πως είναι σκέφτηκα. Δεν είχα δει ποτές μου .Κάνω ένα βήμα μπροστά να δω καλύτερα, πατώ ένα κλαδί και με το θόρυβο με παίρνει χαμπάρι.

-Επ! Δικό σου είναι το σπίτι μου λέει; Άνοιξε να μπω. Θέλω να φάω όλα τα γλυκά που η μυρωδιά τους μου έσπασε τη μύτη.

Δεν είσαι καλά σκέφτηκα βρε αγαλιά* που θα σου αφήκω εγώ να φας τα γλυκά μας, που τα έβλεπα και τα λιγουρευόμουν για του λόγου μου. Σκέφτομαι λοιπόν πώς να του την φέρω.

-Γιάντα* του λέω να φας μόνο τα δικά μας; Ενώ μπορώ εγώ εύκολα να σε βοηθήσω να μπεις και στα άλλα σπίτια τώρα που λείπουν οι χωριανοί στην εκκλησιά και να φας όλα τα γλυκά. Και εδώ δίπλα έχει ένα σπίτι που τα γλυκά του και τα καλούδια του είναι πολλά. Που βασιλιάς δεν έχει δει ποτέ του. Ας ξεκινήσουμε από εκεί…. Αλλά θέλω και εγώ το μερτικό μου.

- Σύμφωνοι, λέει ο Καλικάντζαρος

- Ξέρω, του λέγω, που κρύβουν το κλειδί άμα λείπουν. Θα το πάρουμε και θα μπούμε εύκολα στο σπίτι.

Υπνωτισμένος ο καλικάντζαρος από τις μυρωδιές με ακολούθησε χωρίς να πει κουβέντα. Και φτάνουμε στο στάβλο του Νικολή.

-         Εδωνά του λέγω ο θειος ο Νικολής κρύβει στ’ άχυρα το κλειδί, πίσω από το γαϊδούρι. Εγώ μπροστά θα απασχολώ τον γάδαρο και εσύ θα πας από τα πισινά του να πάρεις το κλειδί.

Χωρίς να χάσει καιρό ο καλικάντζαρος τρέχει να βρει το κλειδί στα άχυρα. Με το που ζυγώνει από πίσω από το γάδαρο δίνω μια ξυλιά στα πισινά του γαιδάρου. Σηκώνει ο γάρος* το πισινό του το ποάρι* και κανεύγει τον καλικάντζαρο. Του δίνει μια κλωτσιά που τέτοια δεν έχει ξαναδώσει. Από το πόνο ο καλικάντζαρος άρχισε να τρέχει και ακόμα τρέχει.»

 

Τα παιδιά άρχισαν να γελάνε με την ψυχή τους... Το μικρό Ερηνάκι ρώτησε τον μπάρμπα-Κωστή.

-         Μπάρμπα-Κωστή; Ξανάρθε από τότε ο Καλικάντζαρος αυτός; Τον ξαναείδες….;

 

Κλείνοντας τη μαγική του σφαίρα, μονολόγησε…

«Φυσικά και δεν ξαναπήγα σε αυτό το χωριό. Και όσο είναι εκεί ο μπαρμπα-Κωστής ούτε πρόκειται. Ακόμα κουτσαίνω από το ένα πόδι!!!»

                                                                                                                                                 Καλικάντζαρος Παγανός

 

Τα έθιμα και κάποιοι ιδιωματισμοί είναι από το βιβλίο «Μιάν βολάν το έναν τσαιρόν ήτον…»

Του Γιάννη Κολλιάρου, εκδόσεις Αιγέας

Ιδιωματισμί – Λεξιλόγιο, Κουτσούνα: βέργα, Ζάφτι :καλά, Πασούλι: κούτσουρο, Τουρβά: δισάκι

Νετάρισα: τελείωσα, Βγοδώνω: κάνω γρήγορα, Μεσαριά: σύντομος δρόμος, Σαρτώ: πηδώ, Βερβελίδια: κοπριά κατσίκας

Φλουγγάρο: Καμινάδα, Κατσαδιάζει: στολίζω με βρισιές, Όξω ποδάρι: οργισμένη, Γούσουρα: θανατικό

Κατσικάδες: καλικάντζαροι, Κακοχράχει η ώρα σου: κακό χρόνο να ‘χεις, Κουρκουμπίνους: γλυκό με αλεύρι, πορτοκαλάδα και λάδι, Φοινίκια με πετουμέζι: μελομακάρονα,Μαμούλια: γλυκό γεμιστό με αμυγδαλόψιχα

Μασουράκια: παραδοσιακό χιώτικο γλυκό, Λιμασμένος: Πεινασμένος, Μπόρκα: κόμμωση, Καγκαδιασμένο: Ασχημος, Αγαλιάς: Χαζέ, Γιάντα: Γιατί, Γαρός: Γάιδαρος, Ποάρι: Πόδι

 Ασπασία Καραπιπέρη εκπαιδευτικός 

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ

> Ελπίζουμε να βασιστούμε σε πιστούς αναγνώστες και όχι σε ακανόνιστες διαφημίσεις. Ευχαριστώ!

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Ενημερωθήτε για νέες αναρτήσεις.

Blog Archive

Recent Posts