katarraktisvillage: Παραμύθι
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παραμύθι για καλό σκοπό!

Από την αρχή του μέχρι το τέλος, αυτό το δημιούργημα είναι ένα ΘΑΥΜΑ! Από τη στιγμή που μπήκε το «σποράκι» της ιδέας μέχρι την υλοποίησή της και ως τώρα που το κρατάτε στα χέρι σας, δίνοντας ένα αντίτιμο για καλό σκοπό, βοηθώντας άλλους ανθρώπους, όλη αυτή η διαδρομή είναι ένα ΘΑΥΜΑ!

Να πιστεύετε στα Θαύματα και να τα δημιουργείτε!
Τις ημέρες των Χριστουγέννων, δύο καλικαντζαράκια αλλάζουν τη ζωή ενός φτωχού γέρο - Ζωγράφου. Ο ήρωας μας πίστευε στα θαύματα και ένα βράδυ, πριν κοιμηθεί έκανε μια ευχή: "Να γίνει ένα θαύμα". Και το θαύμα έγινε! Τα καλά καλικαντζαράκια, τα ξωτικά που βοηθούν τους ανθρώπους και τους φέρονται φιλικά, ανέβηκαν στη γη και έκαναν πλούσιο το φτωχό γερό-Ζωγράφο.

Γράφει η δημοσιογράφος Χρύσα Σαραντοπούλου: 

Η Ειρήνη Ανδρούτσου έφερε σε όλους μας το θαύμα των Χριστουγέννων στα σπίτια μας και στις καρδιές μας. Ο Αστέριος Σαλτζίδης της ζήτησε να γράψει μια μικρή χριστουγεννιάτικη ιστορία για το blog του κatarraktisvillage.com κι εκείνη έγραψε ένα παραμύθι! 

Ως εικαστικός που είναι "ζωγράφισε"... αλλά με τις λέξεις αυτή τη φορά!!! Έπειτα, μέσα από την ιστοσελίδα BestNews.gr έδωσε την ευκαιρία σε μικροί και μεγάλους να διαβάσουν το παραμύθι της και να του δώσει εικόνα, ζωγραφίζοντας με πινέλα οι ίδιοι οι αναγνώστες αυτό που φαντάζονται!

Όλα τα έσοδα από το υπέροχο αυτό αποτέλεσμα, διατίθενται για καλό σκοπό, για τον Φιλανθρωπικό οργανισμό Σκοπός Ζωής.


Η Ειρήνη Ανδρούτσου είναι ζωγράφος - εικαστικός και εκπαιδευτικός. Έργα της βρίσκονται σε μόνιμες συλλογές αλλά και στην μόνιμη συλλογή του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης τέχνης στην Θεσσαλονίκη. 

♥️ Όλα τα έσοδα θα πάνε για φιλανθρωπικό σκοπό στον οργανισμό Σκοπός Ζωής.

Το βιογραφικό της αριθμεί 11 σελίδες και παράλληλα με τα έργα τέχνης, διδάσκει ως εικαστικός σε μικρούς και μεγάλους!!! Αρθρογραφεί στο www.bestnews.gr, το μοναδικό site στην Ελλάδα αποκλειστικά και μόνο με καλά νέα, χρήσιμες και χαρούμενες ειδήσεις.

Η καταγωγή της είναι από τις ακριτικές Οινούσσες. Αποφοίτησε από το Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 

Αγαπά να διαβάζει παραμύθια στον γιο της, τον πρίγκιπα της, τον μικρό Γιωργάκη.


Αλλά αυτή τη φορά

έγραψε η ίδια ένα παραμύθι για όλους εμάς, μικρούς και μεγάλους: «Ο γέρο-Ζωγράφος των Χριστουγέννων και τα δύο καλικαντζαράκια» το οποίο είμαι μια παραλλαγή του γνωστού παραμυθιού «Τα καλικαντζαράκια»,

των αδερφών Γκριμ.

Θερμές ευχαριστίες στη δημοσιογράφο Χρύσα Σαραντοπούλου και στο BestNews.gr, την ιστοσελίδα θετικών ειδήσεων που συνέβαλλαν να πάρει

σάρκα και οστά το παραμύθι.

Ευχαριστούμε τον Αστέριο Σαλτζίδη και το Katarraktisvillage.com 

για το «σποράκι» της ιδέας.

Θερμές ευχαριστίες σε όλους τους μικρούς και μεγάλους ζωγράφους που με τις δημιουργίες τους έντυσαν το παραμύθι μας.

Θερμές ευχαριστίες στην εταιρία VES Company για την δωρεάν έκδοση του.

Υ.Γ  Όσοι θέλετε να παραγγείλετε το παραμύθι μπορείτε να μου στείλετε μήνυμα στο Facebook Asterios Saltzidis ή στο viber (τηλ. 6977238951).  

Η Τιμή του είναι 8 ευρώ!

Μπορεί τα Χριστούγεννα να πέρασαν αλλά η μαγεία για τα παιδιά παραμένει!

Θα λατρέψετε αυτό το παραμύθι!

Οι ζωγραφιές των παιδιών και των μεγάλων είναι καταπληκτικές!

Και εδώ μην κάνετε τσιγκουνιές... κοινοποιήστε το άρθρο να βοηθήσουμε τους συμπολίτες μας!

Με εκτίμηση Σαλτζίδης Αστεριος και katarraktisvillage!

Share:

Το μαγικό κουμπί: Χριστουγεννιάτικο

Τα πολύ παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι ήξεραν για το μαγικό κουμπί.

Ήταν γνωστό σε όλους ότι βρισκόταν κάπου θαμένο και έτσι όλοι έλπιζαν πως μια μέρα θα είχαν την τύχη να το πατήσουν και έτσι να εκπληρώσουν κάθε επιθυμία τους.

Δεν ήξεραν όμως ότι για να μπορέσεις να πατήσεςι το μαγικό κουμπί έπρεπε να ήσουν καλόκαρδος, και πάλι, μόνο μιά σου επιθυμία θα μπορούσε να εκπληρωθεί.

Αυτό, το ήξερε μόνο ο γέρο Τηλέμαχος και το είχε γράψει στο ημερολόγιό του για να μην το ξεχάσει, μια και ήταν μεγάλος σε ηλικία. Έτσι η ιστορία του μαγικού κουμπιού έμεινε ξεχασμένη μέσα σ’ ένα παλιό σεντούκι.

Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Έξω μακριά στα δάση ο χειμώνας είχε έρθει. Μπορούσες να το νιώσεις στο παγωμένο έδαφος και να το δεις στα από καιρό πεσμένα φύλλα που κείτονταν εκεί.  Μπορούσες να το ακούσεις στο θυμωμένο βούισμα του ανέμου μέσα απ’ τα γυμνά κλαδιά των δέντρων.

Όμως στην πόλη τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Εδώ δεν υπήρχε τίποτα που να θυμίζει Χριστούγεννα, εκτός από τις στολισμένες βιτρίνες των καταστημάτων και τις φωταψίες στους δρόμους που φάνταζαν ανελέητα γελοίες κάτω από τον καταγάλανο ουρανό. Οι άνθρωποι ξεγελιόνταν απ’ τη λέξη “Δεκέμβρης”, φορούσαν μάλλινες μπλούζες και παλτά και γύριζαν καταϊδρωμένοι στα σπίτια τους! Τα δέντρα, μάταια περίμεναν το ευεργετικό ξεροβόρι που θα έριχνε τα φύλλα τους στη γη….

 

Μια τέτοια ζεστή μέρα βρήκε η Πώλα το ημερολόγιο του γέρο Τηλέμαχου μέσα στο παλιό σεντούκι που βρισκόταν στη σοφίτα. Είχε πάει εκεί πάνω με σκοπό να εξαφανίσει τις αράχνες που το είχαν παρακάνει, και βρέθηκε να ξεφυλλίζει τις φαγωμένες και μισοσβησμένες απ’ το χρόνο σελίδες του ημερολόγιου που έγραφε για το μαγικό κουμπί.

Έτσι έμαθε την ιστορία του και ευχήθηκε να ήταν αληθινή.

“Πόσο θα μου άρεσε να κάνω φέτος Χριστούγεννα με χιόνι!” αναστέναξε.

Εκείνη τη στιγμή, χτύπησε το κουδούνι. Η Πώλα παράτησε το ημερολίγο και έτρεξε ν’ ανοίξει. Στην πόρτα στεκόταν ένας σκυφτός ζητιάνος, απ’ εκείνους που γεμίζουν τις πόλεις στις γιορτές. Της μουρμούρισε κάτι παρακαλεστικά και η Πώλα έτρεξε να του φέρει κάτι.

“ Αλήθεια” -είπε, όταν πια ο γέρος είχε φύγει, “πόσο θάθελε εκείνος ο ζητιάνος να πατήσει το μαγικό κουμπί! Θα ζητούσε όλα τα πλούτη του κόσμου! “

Και βάλθηκε να σκέφτεται ποιοί άνθρωποι θάθελαν να πατήσουν το μαγικό κουμπί, και για ποιό λόγο…

 

Την άλλη μέρα είχε κιόλας ξεχάσει την ιστορία που διάβασε στη σοφίτα. Βγήκε έξω φουριόζα να κάνει τα Χριστουγεννιάτικα ψώνια της.

Γύριζε πίσω στο σπίτι της καταϊδρωμένη μ’ ένα σωρό πράγματα, πατώντας βαριά στο έδαφος, όταν ξαφνικά ένα μυστηριώδες “κρικ” ακούστηκε. Η Πώλα είχε πατήσει το  μαγικό κουμπί!

Ξαφνικά, όλα άρχιζαν ν’ αλλάζουν γύρω της.

Πρώτα πρώτα, σκοτεινά σύννεφα μαζεύτηκαν στον ουρανό. Ο ήλιος χάθηκε πίσω τους αφού οι ακτίνες του τρεμόπαιξαν μια- δυό φορές.

 Άρχιζε να χιονίζει.

Ένας παγωμένος βοριάς φύσηξε και πήρε τα ξερά φύλλα των δέντρων μια βόλτα μέχρι το λιμάνι. Εκεί προσγειώθηκαν στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Τα κύματα άρχισαν να σκουντούν πειραχτικά τις βάρκες που σε λίγο, άρχισαν να χορεύουν τρελλά!

Οι άνθρωποι στους δρόμους έσφιξαν πάνω τους τα παλτά τους και άρχισαν να τρίβουν τα χέρια τους για να τα ζεστάνουν. Το χιόνι δεν άργησε να απλώσει το άσπρο πέπλο του παντού.

Τα παιδιά με τις μύτες τους κόκκινες άρχισαν να παίζουν με το χιόνι με χαρούμενα ξεφωνητά. Όλοι βάλθηκαν να φτιάχνουν ένα τεράστιο χιονάνθρωποι στο κέντρο της πλατείας.

Και η Πώλα;

Με την καρδιά πλημμυρισμένη από ευτυχία παρακολουθούσε την αλλαγή του καιρού. Όταν πια άρχισε να χιονιζει….

-Ζήτω!! ξεφώνισε και πήδηξε απ’ τη χαρά της. Μονομιάς απογειώθηκε και βρέθηκε να στροβιλίζεται ανάμεσα στις νιφάδες του χιονιού. Ανέβηκε τόσο ψηλά, που μπόρεσε να δει ολόκληρη την πόλη σκεπασμένη μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Τότε, έβγαλε από την τσάντα της τις χριστουγεννιάτικες γιρλάντες που είχε αγοράσει και τις πέταξε κάτω. Και εκείνες μεγάλωσαν, μ ε γ ά λ ω σ α ν, ΜΕΓΑΛΩΣΑΝ και στόλισαν όλες τις στέγες των σπιτιών της πόλης.

 

Την άλλη μέρα ξημέρωναν Χριστούγεννα.

Οι καμπάνες χτύπησαν γλυκά μέσα στη μαύρη νύχτα. Η πόλη σκεπασμένη μ’ ένα σάβανο άσπρου χιονιού, άρχισε σιγά-σιγά να ξυπνάει. Οι άνθρωποι, πατώντας πολύ προσεκτικά στο χιόνι κατευθύνταν στις εκκλησιές κρατώντας φαναράκια.

Μια γλυκιά μελωδία ξεχυνόταν από κάθε εκκλησία και ανέβαινε ψηλά, πάνω απ’ τις στέγες των σπιτιών, πάνω απ’ τα ψηλά καμπαναριά, πάνω απ’ τα σύννεφα και τ’αστέρια και γίνονταν μια σκάλα, που ένωνε τον ουρανό με τη γη.

Άσπας Χαβιάρα εκπαιδευτικός

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Το ξωτικό με την παγωμένη καρδιά




Mια φορά και έναν καιρό σε ένα μαγικό χωριό  ζούσαν τα ξωτικά του Αϊ-Βασίλη αγαπημένα και ευτυχισμένα. Όλα τους ήταν πολύ εργατικά και πολύ ευγενικά…έκτος από ένα…Αυτό το μικρό ξωτικό ήταν πολύ τεμπέλικο και ζωηρό… Κάθε πρωί που ξύπναγε κορόιδευε τα υπόλοιπα ξωτικά που δούλευαν πυρετωδώς για να ετοιμάσουν τα δώρα και τα γλύκα των Χριστουγέννων.Το ξωτικό αυτό το έλεγαν Ράιντεν Ρέιντερ Κόνι Πώλ ή απλά Πωλ! Ο Πωλ δεν είχε καταφέρει να δουλέψει σωστά σε κανένα από τα εργαστήρια του Αϊ Βασίλη. Συνεχώς προκαλούσε μπελάδες…

Αρχικά δοκίμασε να εργαστεί στο εργαστήρι παιχνιδιών αλλά το μόνο που έκανε ήταν να χαλάει τις ρόδες των ποδηλάτων ώστε να μην κυλούν!

Ο Αϊ Βασίλης που τον αγαπούσε τόσο πολύ τον είχε στείλει στο εργαστήρι σοκαλάτας… όμως και εκεί ο Πωλ προκαλούσε μόνο φασαρίες… Βουτούσε μέσα στη σοκολάτα και κατέστρεφε τα σοκολατένια στολίδια.

Στη συνέχεια είχε εργαστεί στο εργαστήρι περιτυλίγματος …όμως αυτό που έκανε ήταν πέρα από κάθε φαντασία…κόλλαγε τα περιτυλίγματα με τσίχλα γιατί βαριόταν να κόβει την κολλητική ταινία!!

Την τελευταία φορά είχε δουλέψει μόλις για 15 λεπτά στο εργαστήρι γραμμάτων…όμως η αποτυχία ήταν παταγώδης όταν πασάλειψε όλα τα γράμματα με πολύχρωμα μελάνια για να κοροϊδέψει τα υπόλοιπα ξωτικά.

Όλα τα ξωτικά ήταν πολύ απογοητευμένα από τον Πωλ και είχαν θυμώσει πολύ μαζί του… όμως ο Αϊ Βασίλης πάντα έβρισκε ένα καλό λόγο για να ηρεμίσει τους πάντες και πάντα έδινε στον Πώλ μια ακόμα ευκαιρία ελπίζοντας ότι θα καταλάβει το λάθος του.

Μια μέρα ο Πωλ συνάντησε στο δρόμο ένα ξωτικό διαφορετικό από τα υπόλοιπα…αυτό το ξωτικό είχε ρόδες αντί πόδια…όταν ο Πώλ το είδε άρχισε να το κοροϊδεύει και να το πειράζει…

- Χαχαχα μα πως είσαι έτσι; του έλεγε! Δε θα έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ…εδώ είναι το χωριό των ξωτικών του Αϊ Βασίλη και εσύ δεν είσαι ξωτικό…είσαι ένα παράξενο αλλόκοτο και άσχημο πλάσμα. Εσύ δε μπορείς να δουλέψεις σε κανένα από τα εργαστήρια του Αϊ Βασίλη… δεν έχεις καν πόδια.

Το μικρό ξωτικό με τις ρόδες, τον προσπέρασε και κλαίγοντας μπήκε στο σπίτι του χωρίς να πει ούτε μια λέξη.

Ο Πωλ το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί όμως κάτι παράξενο συνέβη εκείνη τη βραδιά…δεν ήταν ένα βράδυ όπως όλα τα άλλα…! Ο Πωλ ξαφνικά ένιωσε μια παγωνιά στην καρδιά του…ένιωσε όπως δεν είχε ξανανιώσει ποτέ. Το πρωί όταν ξύπνησε τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Τα μαλλιά του ήταν άσπρα σαν μπαμπάκι, το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σαλόνι του ήταν ξερό χωρίς ούτε ένα στολίδι, η ταυτότητα του ξωτικού είχε γίνει στάχτη πάνω στο τραπέζι και το χειρότερο όλων ήταν ότι η καρδιά του ήταν παγωμένη.

Αμέσως έτρεξε να ζητήσει βοήθεια στο Αϊ Βασίλη…Αυτός ίσως μπορεί να φτιάξει τα πράγματα σκέφτηκε. Τρέχοντας έφτασε στο σπίτι του Αϊ Βασίλη και βιαστικά βιαστικά χτύπησε την πόρτα και του είπε: Δες τι έπαθα…βοήθησέ με καλέ μου Αϊ Βασίλη και του έδειξε τη στάχτη από την ταυτότητά του ξωτικού.

Όταν ο Αϊ Βασίλης τον είδε…γούρλωσε τα μάτια του, τον αγκάλιασε και του είπε ότι αυτό ήταν μια μαγεία…τόσο δυνατή που ούτε ο ίδιος δε θα μπορούσε να τη λύσει… και αμέσως επέστρεψε στο εργαστήρι του για να τελειώσει τη λίστα των καλών παιδιών.

Ο Πωλ απογοητευμένος, ζήτησε βοήθεια από όλα τα εργαστήρια των ξωτικών…όμως κανένα δε δέχτηκε να τον βοηθήσει.

-Καλά λοιπόν… θα επιστρέψω σπίτι και τα φτιάξω όλα μόνος μου είπε. Πήγε σπίτι, άναψε το τζάκι, άναψε μια σόμπα, φόρεσε 2 παλτό και 5 κάλτσες και περίμενε να νιώσει ζεστασιά…μάταια όμως. Η καρδιά του ήταν τόσο παγωμένη που δεν μπορούσε να αισθανθεί τίποτα..!!

-Δε θα τα παρατήσω μπορώ να το φτιάξω είπε… έκανε μια ζεστή σοκολάτα και μια δεύτερη και μια τρίτη αλλά και πάλι τίποτα…ήδη είχε βραδιάσει και η παγωνιά στην καρδιά του όλο και μεγάλωνε!

Ξαφνικά μέσα στην ηρεμία της νύχτας ακούστηκαν ρόδες στην πόρτα του…

-Μα τι μπορεί να είναι; σκέφτηκε και χωρίς άλλη σκέψη άνοιξε την πόρτα του… τι να δει.. ήταν το ξωτικό με τις ρόδες!

- Έμαθα τα νέα σου του είπε και ήρθα να σε βοηθήσω και να σου κάνω παρέα!

-Τι; Εσύ ; Πως είναι δυνατόν; Σου φέρθηκα απαίσια προχθές και εσύ ήρθες να με βοηθήσεις;

-Μα και βέβαια του είπε το ξωτικό με τις ρόδες…εγώ δουλεύω στο εργαστήρι του γιατρού και μπορώ να σε φροντίσω μέχρι να γίνει καλά του απάντησε και αμέσως μπήκε στην κουζίνα και του  έφτιαξε ένα μαγικό βότανο.

-Πιες αυτό του είπε.

Θα το πιώ αλλά θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη. Λυπάμαι πολύ για ότι συνέβη... δεν έπρεπε να σε κοροϊδέψω, είσαι τόσο ξεχωριστό ξωτικό και εγώ δεν το είχα καταλάβει. Θα με συγχωρέσεις;

Το ξωτικό με τις ρόδες και τη μεγάλη καρδιά τον αγκάλιασε και τον συγχώρησε… και τόσο ήταν που συνέβη κάτι ακόμα πιο μαγικό…Τα φώτα στο δέντρο άναψαν, τα στολίδια εμφανίστηκαν, η ταυτότητα του ξωτικού επανήλθε από τις στάχτες της και έγινε σαν καινούρια. Ξαφνικά η παγωμένη καρδιά του Πωλ ζεστάθηκε και ο ίδιο άστραψε από χαρά και ευτυχία.

Ήταν η μαγεία της ειλικρινής συγγνώμης που τον γιάτρεψε! Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!!

Καλά Χριστούγεννα

Με αγάπη Μπόη Μαρία εκπαιδευτικός 

 Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

 


Share:

Ίντα γίνεται τα Χριστούγεννα στον Καταρράκτη

 

Μακριά σε ένα χωριό της Χίου τον Καταρράκτη ζει ένας παππούς που είναι φημισμένος για τις ιστορίες του… Ο μπάρμπα Κωστής ο παραμυθάς!!! Έτσι τον φώναζαν όλοι γιατί κάθε φορά που κατέβαινε στον καφενείο άρχιζε τις ιστορίες από τα παλιά. Άλλες φορές αληθινές και άλλες τις έβγαζε από το κεφάλι του. Οι γέροι τον έκαναν χάζι και τα παιδιά τρελαίνονταν να κάθονται δίπλα του και να ακούνε ότι είχε να τους πει.

  Εκείνο το πρωί είχε πάει στο χωράφι να σπείρει κάτι κουκιά και να μαζέψει λίγα χόρτα για να βάλει τη φωτιά το μεσημέρι να ψήσει το φαί του. Γύρισε άλλαξε τα ρούχα του, πήρε την κουτσούνα* του, έβαλε το καπέλο του και ξεκίνησε για ίσια κάτω να βρεις του άλλους στο καφενείο, να κάμει τη βότα του.

Κατηφόρισε λοιπόν τον Καραβά και έφτασε στο λιμανάκι, όταν έφτασε στο καφενείο όλοι ήταν εκεί.

-Ιντα έγινε βρε βεγγέρα έχομε σήμερα και είστε όλοι μαζομένοι εδωνά; Ερώτηξε ο μπαρμπα Κωστής

-Κάτσε μπαρμπα-Κωστή να σου βάλω το ουζάκι σου, του είπε ο Μαθιός

Έκατσε στη θέση που κάθεται συνήθως, εκεί που μπορούσε  να αγναντεύει τη θάλασσα!

 

Εκείνη την στιγμή τα παιδιά είχαν μαζευτεί και κατέβαιναν για παιχνίδι. Με το που βλέπουν τον μπαρμπα-Κωστή έτρεξαν κοντά του.

-Ε μπάρμπα, έχεις καμιά ιστορία να μας πεις; του ‘πε ο μικρός Νικόλας

- Βρε αφήκετε με να πιω το ούζο μου με την ησυχία μου!

-Έλα μπαρμπα-Κωστή! του είπε το πιο μικρό της παρέας το Ερηνάκι, και τον ετουμπάρησε

-Ας είναι!!! Τι θετε να σας πω;

-Πες μας μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία

-Μια Χριστουγεννιάτικη έ; Κάτσε να σκεφτώ… και έκανε τάχα μου ότι δεν είχε καμιά πρόχειρη.

Και συνεχίζει…

«Χριστούγεννα ήταν θυμάμαι και εγώ ήμουν δέκα χρονών τότες και διαόλου κάλτσα όπως είναι γνωστό. Δεν με έκαμνε ζάφτι* η μάνα μου και όλη μέρα με κυνηγούσε με το βεργί. Εκείνα τα Χριστούγεννα είχε έρτει και ο πατέρα μου από τα καράβια. Είχαμε καιρό να κάμομε όλοι μαζί γιορτές. Προπαραμονή των Χριστουγέννων με έστειλε η μάνα μου να πάω ίσαμε του μαστρο-Γιώργη που χε γουρούνια να πάρω το κρέας που είχε μηνύσει να της ετοιμάσουν  και να μου δόκει μια φούσκα να σιάξω την τραμπούκα μου. Να την έχω έτοιμη για αύριο για τα κάλαντα. Σαν ξημέρωσε σηκώθηκα πρώτος - πρώτος με την αγωνία να πάω να πω τα κάλαντα να μαζέψω του κόσμου τα καλούδια και τα φράγκα από τους συγγενείς. Με το που με ένιωσε η μάνα μου, μου είπε πρώτα να πάω να φέρω ένα πασούλι* να σχιάξει με τον πατέρα μου το χριστόξυλο. Όταν επέστρεψα από το χωράφι και ήκαμα αυτό που μου μήνυσε η μάνα μου βούτηξα την τραμπούκα μου και το μικρό τουρβά* και πήρα τον κατήφορο.

Με το που νετάρισα* και μάζεψα ότι είχα να μαζέψω πήρα το δρόμο ίσα πάνω για το σπίτι. Καθώς ανέβαινα είπα να κόψω δρόμο  για να βγοδώνω*, να πάω μεσαριά* από το χωράφι του Γιάννου. Σαρτώ* το φράχτη και να σου βρίσκομε μέσα στο μαντρί, με το που με βλέπει ο τράγος με παίρνει στο κυνήγι. Λίγο πριν προλάβω να φτάσω στην απέναντι πλευρά με πετυχένει στα πισινά και πάρε με κάτω. Κάνω τα ρούχα μου μέσα στα βερβελίδια* ενώ τα αυγά που ‘χα στις τσέπες μου εγίνηκαν  ομελέτα.

Γυρνώ στο σπίτι, μες στη βρωμιά. Η μάνα εκείνη την ώρα έσιαχνε το Χριστόψωμο και ο πατέρας καθάριζε τον φλουγγάρο* μην τυχον κ βρουν πατηματα τα καλικαντζάρια και κατέβουν και μας μαγαρίσουν τα γλυκά. Με το που με βλέπει η μάνα μου σε αυτό το χάλι αρχισε να με κατσαδιάζει* και να ακούω τα Πρωτοχρονιάτικα μου και ας είχαμε Χριστούγεννα. Πιάνει τις φωνές όξω ποδάρι*.

-         Ε κακορίζικο και σε πιάσω στα χέρια μου. Τι χάλια είναι βρε αυτά; Γούσουρα* θα μου κατεβάσεις. Πως θα βαλω βρε μπουγάδα παραμονές Χριστουγέννων που θα ‘ρθουν οι κατσικάδες* και θα τα λιώσουνε τα ρούχα;;; Κοκοχράχει η ωρα σου*.

Και άλλα πολλά είπε… Και έγω ηφυα και επήα και κλειδώθηκα στην κάμαρη μου και μήτε άχνα δεν ήβγαλα. Ήβγα από κει

μέσα την άλλη μέρα, ημέρα Χριστουγέννων όταν με φώναξε η μάνα μου να ντυθώ, να πάμε στην εκκλησιά για τον εσπερινό της Παναγιάς. Η μάνα μου είχε ετοιμάσει όλα τα γλυκά και τα είχε πάνω στο τραπέζι. Κουρκουμπίνους*, φοινίκια *με πετουμέζι*, μαμούλια, μασουράκια*, ένα σωρό καλούδια και εγώ που ήμουν λιμασμένος* μια μέρα ολάκερη τα έβλεπα και τρέχανε τα σάλια μου.

Ντυθήκαμε, στολιστήκαμε μου έκαμε και η μάνα την μπόρκα* μου και ήμασταν έτοιμοι για να πάμε στην εκκλησιά αλλά η φωτιά από το τζάκι δεν ήθελε να σβήσει και η μάνα κατάλεγε που θα αργούσαμε και τι θα πει ο παπάς. Φύγαμε άρον -άρον με το τζάκι να σιγοκαίει.

Μετά από κανένα μισάωρο ο πατέρας μου , μου έγνεψε να πάω ως το σπίτι να δω τι έγινε με τη φωτιά. Επήρα το δρόμο για το σπίτι τρεχάτος, με το που φτάνω απέξω θωρώ έναν καγκαδιασμένο* να παλεύει να μπει μέσα στο σπίτι μας. Ήταν χοντρός πάνω και είχε λεπτά ποδάρια ,μακριά ουρά και μια μύτη σαν μελιτζάνα. Κατσικάς* να δεις πως είναι σκέφτηκα. Δεν είχα δει ποτές μου .Κάνω ένα βήμα μπροστά να δω καλύτερα, πατώ ένα κλαδί και με το θόρυβο με παίρνει χαμπάρι.

-Επ! Δικό σου είναι το σπίτι μου λέει; Άνοιξε να μπω. Θέλω να φάω όλα τα γλυκά που η μυρωδιά τους μου έσπασε τη μύτη.

Δεν είσαι καλά σκέφτηκα βρε αγαλιά* που θα σου αφήκω εγώ να φας τα γλυκά μας, που τα έβλεπα και τα λιγουρευόμουν για του λόγου μου. Σκέφτομαι λοιπόν πώς να του την φέρω.

-Γιάντα* του λέω να φας μόνο τα δικά μας; Ενώ μπορώ εγώ εύκολα να σε βοηθήσω να μπεις και στα άλλα σπίτια τώρα που λείπουν οι χωριανοί στην εκκλησιά και να φας όλα τα γλυκά. Και εδώ δίπλα έχει ένα σπίτι που τα γλυκά του και τα καλούδια του είναι πολλά. Που βασιλιάς δεν έχει δει ποτέ του. Ας ξεκινήσουμε από εκεί…. Αλλά θέλω και εγώ το μερτικό μου.

- Σύμφωνοι, λέει ο Καλικάντζαρος

- Ξέρω, του λέγω, που κρύβουν το κλειδί άμα λείπουν. Θα το πάρουμε και θα μπούμε εύκολα στο σπίτι.

Υπνωτισμένος ο καλικάντζαρος από τις μυρωδιές με ακολούθησε χωρίς να πει κουβέντα. Και φτάνουμε στο στάβλο του Νικολή.

-         Εδωνά του λέγω ο θειος ο Νικολής κρύβει στ’ άχυρα το κλειδί, πίσω από το γαϊδούρι. Εγώ μπροστά θα απασχολώ τον γάδαρο και εσύ θα πας από τα πισινά του να πάρεις το κλειδί.

Χωρίς να χάσει καιρό ο καλικάντζαρος τρέχει να βρει το κλειδί στα άχυρα. Με το που ζυγώνει από πίσω από το γάδαρο δίνω μια ξυλιά στα πισινά του γαιδάρου. Σηκώνει ο γάρος* το πισινό του το ποάρι* και κανεύγει τον καλικάντζαρο. Του δίνει μια κλωτσιά που τέτοια δεν έχει ξαναδώσει. Από το πόνο ο καλικάντζαρος άρχισε να τρέχει και ακόμα τρέχει.»

 

Τα παιδιά άρχισαν να γελάνε με την ψυχή τους... Το μικρό Ερηνάκι ρώτησε τον μπάρμπα-Κωστή.

-         Μπάρμπα-Κωστή; Ξανάρθε από τότε ο Καλικάντζαρος αυτός; Τον ξαναείδες….;

 

Κλείνοντας τη μαγική του σφαίρα, μονολόγησε…

«Φυσικά και δεν ξαναπήγα σε αυτό το χωριό. Και όσο είναι εκεί ο μπαρμπα-Κωστής ούτε πρόκειται. Ακόμα κουτσαίνω από το ένα πόδι!!!»

                                                                                                                                                 Καλικάντζαρος Παγανός

 

Τα έθιμα και κάποιοι ιδιωματισμοί είναι από το βιβλίο «Μιάν βολάν το έναν τσαιρόν ήτον…»

Του Γιάννη Κολλιάρου, εκδόσεις Αιγέας

Ιδιωματισμί – Λεξιλόγιο, Κουτσούνα: βέργα, Ζάφτι :καλά, Πασούλι: κούτσουρο, Τουρβά: δισάκι

Νετάρισα: τελείωσα, Βγοδώνω: κάνω γρήγορα, Μεσαριά: σύντομος δρόμος, Σαρτώ: πηδώ, Βερβελίδια: κοπριά κατσίκας

Φλουγγάρο: Καμινάδα, Κατσαδιάζει: στολίζω με βρισιές, Όξω ποδάρι: οργισμένη, Γούσουρα: θανατικό

Κατσικάδες: καλικάντζαροι, Κακοχράχει η ώρα σου: κακό χρόνο να ‘χεις, Κουρκουμπίνους: γλυκό με αλεύρι, πορτοκαλάδα και λάδι, Φοινίκια με πετουμέζι: μελομακάρονα,Μαμούλια: γλυκό γεμιστό με αμυγδαλόψιχα

Μασουράκια: παραδοσιακό χιώτικο γλυκό, Λιμασμένος: Πεινασμένος, Μπόρκα: κόμμωση, Καγκαδιασμένο: Ασχημος, Αγαλιάς: Χαζέ, Γιάντα: Γιατί, Γαρός: Γάιδαρος, Ποάρι: Πόδι

 Ασπασία Καραπιπέρη εκπαιδευτικός 

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Ο βοηθός του Αη-Βασίλη

Ο βοηθός του Αη-Βασίλη

Κάποτε, σε ένα μικρό αιγαιοπελαγίτικο νησάκι, ζούσε ένα μικρό αγοράκι που το λέγανε Χριστάκη. Ζούσε με τη μητέρα του, γιατί ο πατέρας του, που ήταν ναυτικός, όπως άλλωστε οι περισσότεροι άντρες του νησιού, έλειπε σε ταξίδι για πολύ καιρό.


Ήταν χειμώνας, έκανε πολύ κρύο και καθώς βράδιαζε, ξεκίνησαν να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες του χιονιού. Η ζεστασιά από το  τζάκι που ήταν αναμμένο από νωρίς και η ευωδιά από τα μελομακάρονα που ετοίμαζε η μητέρα στην κουζίνα, πρόσφεραν μια γλυκιά θαλπωρή στο σπίτι.

Ο Χριστάκης, καθισμένος στην αγαπημένη του γωνιά του σπιτιού, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, παρακολουθούσε έξω από το παράθυρο τις νιφάδες του χιονιού που χόρευαν απαλά τον ρυθμικό χορό τους. Τότε θυμήθηκε τη δασκάλα του, που τους είχε πει ότι παρά το γεγονός ότι όλες μοιάζουν μεταξύ τους, αν τις παρατηρήσει κανείς προσεκτικά θα διαπιστώσει ότι η καθεμιά είναι διαφορετική.

Πόσο του έλειπε αυτή τη στιγμή, όπως και πολλές άλλες φορές, το σχολείο του που ήταν κλειστό εξαιτίας αυτού του τρομακτικού ιού που κρατά αναγκαστικά τους ανθρώπους σε απόσταση μέχρι να εξαφανιστεί και να μην κινδυνεύουν πια από την ύπαρξή του. Του έλειπαν οι συμμαθητές του, τα γέλια και οι φωνές στα διαλείμματα, τα παιχνίδια που έπαιζε με του φίλους του στην αυλή, μέχρι και οι τσακωμοί που πάντα τελείωναν με μια αγκαλιά κι ένα «συγνώμη». Του έλειπε και η δασκάλα του, η κυρία Μαργαρίτα, με τη γλυκιά φωνή και το χαμόγελο, ακόμα κι αν τους μάλωνε καμιά φορά όταν ζωήρευαν στην τάξη κι όλα τα ωραία πράγματα που τους μάθαινε.

Αυτά σκεφτόταν και επειδή πλησίαζαν οι γιορτές  έπρεπε να σκεφτεί ακόμη τι θα ζητούσε από τον Αη Βασίλη στο γράμμα που θα του έγραφε, όπως κάθε χρόνο. Η ώρα όμως είχε περάσει και τα βλέφαρά του σιγά σιγά άρχισαν να κλείνουν και αποκοιμήθηκε. Τότε είδε ένα από τα πιο όμορφα όνειρα που είχε δει στη ζωή του και θα το θυμόταν για καιρό.

Είδε, λοιπόν, ότι ο Αη Βασίλης με το έλκηθρό του που το έσερναν τέσσερα πανέμορφα ελαφάκια, σταμάτησε στην αυλή του σπιτιού τους και τον κάλεσε να πάει μαζί τους για να τον βοηθήσει να μοιράσουνε τα δώρα στα παιδιά. Του είπε ότι τον διάλεξε για βοηθό του, γιατί εντυπωσιάστηκε από το γράμμα που του έστειλε και στο οποίο του έγραφε ότι ειδικά φέτος δεν επιθυμεί ένα δώρο για τον εαυτό του, αλλά η ευχή του είναι να επιστρέψει ο πατέρας του για τις γιορτές και να μπορεί σύντομα να δει και να αγκαλιάσει τον παππού και τη γιαγιά, να μπορεί να παίξει με τους φίλους του και τα ξαδερφάκια του και να ξαναπάει στο σχολείο για να ανταμώσει τους συμμαθητές του και τη δασκάλα του.

Επίσης, ο Αη Βασίλης συγκινήθηκε, γιατί ο Χριστάκης του ζήτησε να δώσει προτεραιότητα και να μοιράσει πρώτα πολλά δώρα στα φτωχά παιδάκια που έχουν περισσότερη ανάγκη για παιχνίδια και στα άρρωστα παιδάκια με την ευχή να γίνουν γρήγορα καλά!

Έτσι κι έγινε λοιπόν, ο Χριστάκης ανέβηκε στο έλκηθρο του Αη Βασίλη και έγινε συνοδηγός του. Πετούσαν πάνω στον ουρανό και ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο. Ανάμεσα στα σύννεφα και τα αστέρια ο Χριστάκης μπορούσε να διακρίνει τις θάλασσες, τα βουνά, τις λίμνες και τα ποτάμια και κάθε τόσο σταματούσαν στις πολιτείες και στα χωριά μοιράζοντας μέσα από τις καμινάδες δώρα σε όλα τα παιδάκια του κόσμου χωρίς να αφήσουν κανένα παραπονεμένο.

Όταν μοίρασαν μέχρι και το τελευταίο παιχνίδι που είχε μέσα ο σάκος του Αη Βασίλη, ο Χριστάκης πετάχτηκε από τον ύπνο του, γιατί άκουσε ένα σφύριγμα έξω στον δρόμο. Τον ήξερε πολύ καλά αυτό τον γνώριμο ήχο, ήταν ένας σκοπός τραγουδιού που του τραγουδούσε ο πατέρας του από τότε που ήταν μωρό. Έτρεξε με λαχτάρα στην πόρτα και διέκρινε την ψηλή φιγούρα του πατέρα του να πλησιάζει στο σπίτι φορτωμένος με δώρα. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη και καθώς χάθηκε μέσα στην αγκαλιά του, ψιθύρισε χωρίς κανένας να τον ακούσει: « Σε ευχαριστώ που υπάρχεις Αη-Βασίλη!».

 

Χρύσα Βεζακίδου  εκπαιδευτικός 

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Τα Χριστούγεννα της μικρής Φανής: Χριστουγεννιάτικη Ιστορία Ν6

Τα Χριστούγεννα...

Ήμουν μικρή πολύ μικρή...

Η οικογένεια μου καθόλου ευκατάστατη μιας και η μητέρα μου δεν δούλευε, ο μπαμπάς ήταν ως επί το πλείστον παρτακιας και δεν έδινε δεκάρα για το αν αυτά τα λίγα που έδινε στην μητέρα μου έφταναν για να ταΐσει και τα 3 τους παιδιά...

Πήγαινα σχόλιο τότε θυμάμαι 1η Δημοτικού...

Είχαμε μιλήσει με τα παιδιά της τάξης τι γράμμα θα γράψουμε στον Άγιο Βασίλη και τι θα ζητήσουμε για δώρο...

Όλα τα παιδιά έλεγαν με χαρά τι ήθελαν και τι θα ζητήσουν...

Έρχεται η σειρά μου ..

Εσύ Φανή τι δώρο θα ζητήσεις φέτος?? 

Ήμουν σκεπτική...δεν ήξερα τι να απαντήσω...

Σκέφτομαι λίγο και με μια τρεμάμενη φωνή λέω.

Θα ζητούσα από τον Άγιο Βασίλη να φέρει πίσω τον αδερφό μου που μου πήρε ο θεούλης.. 

Όλα τα γέλια σταμάτησαν και η δασκάλα άλλαξε θέμα..

Πήγα σπίτι και ήταν μακρύς ο δρόμος. 

Σκεφτόμουν όλα αυτά τα δώρα που θα πάει ο Άγιος Βασίλης και αν θα μπορούσε να εκπληρώσει και το δικό...

Μόλις φτάνω στο σπίτι βλέπω τον μπαμπά μου ... Του λέω μπαμπά μπαμπά ήξερες ότι υπάρχει ο Άγιος Βασίλης και ότι κάνει δώρο στα παιδάκια? 

Τι λες μου λέει ποιος τα λέει αυτά? 

Στο σχολείο μπαμπά τα παιδιά και η δασκάλα μου το είπαν..

Θέλω να γράψω γράμμα μπαμπά και να το στείλεις στον Άγιο Βασίλη γιατί εγώ είμαι μικρή και δεν μπορώ...

Και τι δώρο θέλεις να ζητήσεις; Θέλω να ζητήσω να φέρει πίσω τον αδερφό μου μπαμπά που μας πήρε ο θεούλης..

Δεν έπαιξα μπαμπά μαζί του και θέλω να παίξω και να τον δω να γελάει και να πηγαίνουμε μαζί σχολείο! 

Είχα όλη την χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου και το έλεγα και το εννοούσα... ήθελα πραγματικά αυτό το όνειρο μου να γίνει πραγματικότητα...

- εντάξει εντάξει κάτι άλλο θέλεις γιατί αυτό δεν γίνεται??? 

- Μπαμπά θέλω Ναι... 

- λεγε 

- Μπαμπά θέλω ο Άγιος Βασίλης να σε κάνει πιο καλό μπαμπά για εμάς και για την μαμά μου ...

Θέλω να σε κάνει να σταματήσεις να πίνεις και να μας χτυπάς. Θέλω να σε κάνει να μας αγκαλιάζεις λιγάκι και να παίζεις μαζί μας ... 

Εκεί ήταν που εξοργίζεται και φεύγει... 

Φεύγει χτυπώντας την πόρτα δυνατά αγνοώντας και ξεχνώντας ότι και αν του είπα...

Έτρεξα στην μαμά μου κλαίγοντας και προσπαθώντας να της εξηγήσω τι ακριβώς έγινε...

- έλα παιδί μου ηρέμησε θα σε βοηθήσω να γράψεις το γράμμα απλά να ξέρεις ότι ο Άγιος Βασίλης δεν προλαβαίνει πάντα να πηγαίνει σε όλα τα σπίτια και να ικανοποιεί όλες τις ευχές και να δώσει όλα τα δώρα...

Σ'αγαπώ μαμά... Σ'αγαπώ πολύ και αγαπώ μόνο εσένα τον αδερφό μου και τον μεγάλο αδερφό μαμά τον αγαπώ και ας έφυγε χωρίς να παίξουμε...

Γράφουμε το γράμμα με την μαμά μου και όσο τις έλεγα τι ήθελα να μου φέρει ο Άγιος Βασίλης εκείνη δεν σταμάτησε να δακρύζει πάνω από το γράμμα..

- Μαμά σε παρακαλώ μην κλαις δεν θέλω να κλαις μουτζουρωνεις το χαρτί και δεν θα μπορεί ο Άγιος Βασίλης να διαβάσει τα δώρα μου και δεν θα τα φέρει...

Με κοιτάζει μέσα στα μάτια μου και με παίρνει μια αγκαλιά... ήταν μια αγκαλιά διαφορετική από κάθε φορά.. Νόμιζες ότι θα σου έσπαγε όλα τα κόκαλα και ταυτόχρονα ήταν τόσο ζέστη η αγκαλιά της καυτή θα έλεγα... Καυτά ήταν και τα δάκρυα της όμως που άγγιζαν το μάγουλο μου ...

Με πήγε στο μπάνιο με έλουσε με έντυσε πλυναμε δόντια και με πήγε στο κρεβάτι μου ... είχε καιρό να το κάνει αυτό η μαμά μου ...

Με σκεπάζει και μου λέει..

- Αύριο θα πάμε να στείλουμε το γράμμα σου στον Άγιο Βασίλη εντάξει?

- Ναι μαμά σε ευχαριστώ καληνύχτα Ξημέρωσε... δεν θυμάμαι να κοιμήθηκα καλά... ανυπομονούσα να ξημερώσει να στείλω το γράμμα στον Άγιο Βασίλη...

Σηκώνομαι πλένω δόντια ντύνομαι διπλώνω τα ρούχα μου και πάω να βρω την μαμά μου να της πω να ετοιμαστεί να φύγουμε...

Έτοιμη ήταν και εκείνη με ένα πλατύ χαμόγελο. Σπάνια την έβλεπα να χαμογελάει... δεν το καταλάβαινα τότε αλλά ήταν λογικό αφού είχε λίγο καιρό που είχε χάσει τον γιο της ...

Την ώρα που πάμε να φύγουμε ανοίγουμε την πόρτα και τι να δούμε..

Ο μπαμπάς μου... μας περίμενε στην πόρτα...

- που πάτε 

- Μπαμπά πάμε να στείλ....

Με σταματάει η μαμά μου και του λέει 

- πάμε σούπερ μάρκετ να πάρουμε κάποια πράγματα...

Ο μπαμπάς το κατάλαβε όμως ότι η μαμά είπε ψέματα... 

Και της άνοιξε την τσάντα.. βρήκε το γράμμα και το σκίζει φωνάζοντας πως 

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ...

Νευρίασα φώναξα και πήγα στο δωμάτιο μου κλαίγοντας...

Ήρθε η μαμά μου από πίσω...

- μην αγχώνεσαι αγάπη μου ο Άγιος Βασίλης ξέρει τι δώρο θέλεις και επειδή είσαι πολύ καλό παιδάκι δεν θα σε αφήσει έτσι...

- Μαμά πως το ξέρει αφού ο μπαμπάς έσκισε το γράμμα. 

- ήρθε εχθές το βράδυ ένα ξωτικό και διάβασε το γράμμα σου και σίγουρα θα το πει στον Άγιο Βασίλη...

Δεν θέλω να στεναχωριέσαι όμως γιατί σου είπα ότι δεν προλαβαίνει πάντα να πηγαίνει δώρα σε όλα τα παιδιά... 

Ήρθαν τα Χριστούγεννα...

Δεν έκλεισα μάτι.. περίμενα πίσω από την πόρτα του δωματίου μου να δω πότε θα έρθει ο Άγιος Βασίλης με τον αδερφό μου μέχρι που αποκοιμήθηκα... 

Ξημέρωσε.. ξύπνησα...

Και έτρεξα σε όλα τα δωμάτια ψάχνοντας για τον αδερφό μου αλλά....

Δεν ήταν πουθενά... δεν ήρθε... 

Ο Άγιος Βασίλης δεν μπόρεσε να τον φέρει.. δεν πρόλαβε...

Έκλαψα, έκλαψα πολύ όμως ήμουν εντάξει με αυτό... 

Τουλάχιστον θα πήραν δώρο τα υπόλοιπα παιδιά και αυτό με έκανε χαρούμενη και ταυτόχρονα λυπημένη που δεν μπόρεσα να πάρω και εγώ το δώρο μου ...

Φένη Μιχαήλ
  


Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!
Share:

Πλησιάζουν Χριστούγεννα

                                                Πλησιάζουν Χριστούγεννα.

Ο καιρός είναι ζεστός με κάποια ξαφνικά κρύα. Είναι σαν να είμαστε στο φθινόπωρο αρχές Νοέμβρη. Ελπίδα για χιόνια, μόνο στα όνειρα. Όπως και για πολλά άλλα….

Πως είναι όμως ν’ονειρεύεσαι, να ξυπνάς και να συνειδητοποιείς πως τ’όνειρο είναι η πραγματικότητα;

 

Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Όλοι τα περιμένουν με χαρά. Να ξεκουραστούν απ’τον καθημερινό μόχθο. Ν ‘ αναπολήσουν εποχές αθώες όπως τότε που υπήρχε η ελπίδα ή ακόμα πιο παλιά, η πίστη, ότι τα όνειρα βγαίνουν αληθινά.

Γατζωμένο πάνω απ’τα βράχια είναι το μικρό πέτρινο εκκλησάκι. Ποιός ξέρει πόσα χρόνια. Με την καμπάνα κρεμασμένη στα κλαδιά μιας συκιάς που απλώνει τις κλάδες της μέχρι τον ταπεινό περίγυρό του. Και εκείνα τα Χριστούγεννα θα τα περάσει έρημο και παγωμένο. Στο τέμπλο θα κολλάει η υγρασία τη σκόνη πάνω στις εικόνες, και μερικοί σοβάδες θα πέσουν και φέτος κάτω απ’την αψιδωτή οροφή του. Και ίσως, μια απ’αυτές τις άγιες μέρες να περάσει κάποιος ν’ ανάψει το φτωχό καντήλι του.

Πέφτει το δείλι. Σύννεφα κόκκινα στη δύση βάφουν τον ουρανό απ’άκρη σ’ άκρη κι αντιφεγγίζουν πάνω στα ακύμαντα νερά του λιμανιού. Ησυχία. Δεν υπάρχει ψυχή. Μόνο δύο πάπιες σουλατσάρουν πάνω κάτω στην παραλία. Και ένα κοτσύφι πετάγεται τρομαγμένο ενώ το χαζεύει απτόητος ένας γλάρος από ψηλά.

Στην πραγματικότητα υπάρχουν άνθρωποι πολλοί. Που πάνε κι έρχονται. Που κορνάρουν μέσα απ’αυτοκίνητα, που γκαζώνουν μηχανάκια.

Μα τώρα είναι τ’ όνειρο.

Βαδίζω στην παραλία. Ξέρω αν θ’ απλώσω τα χέρια μου θ’ αγγίξω τον ουρανό. Και τα γαλήνια νερά. Μπορεί και να πετάξω, σαν το γεράκι, κόντρα στον άνεμο. Να, πέταξα! Πάω για το ξωκκλήσι. Το ετοιμάζω για την γιορτή. Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα.

Είναι πολύ πρωί, και φέγγουν ακόμα τ’ αστέρια. Κι ένα αστέρι, εκεί πάνω ψηλά μου φαίνεται πως φέγγει λίγο πιο έντονα. Έχει πέσει ο αγέρας που φυσούσε. Βαδίζω προς το εκκλησάκι κρατώντας ένα μικρό φαναράκι να μου φέγγει. Απο τα γύρω μονοπάτια πολλά μικρά φαναράκια εμφανίζονται. Τρεμοπαίζουν καθώς ταλαντεύονται στο χέρι που τα κρατάει. Γεμίζει το εκκλησάκι, γεμίζει και η αυλή του. Και ο κόσμος συνεχίζει να έρχεται. Όλοι βουβοί, μόνο με την καρδιά τους να τραγουδάει το “Χριστός, γεννάται”

Και ξημερώνει η μέρα. Η θάλασσα γαλήνια, γκρίζα καθρεφτίζει τον συννεφιασμένο ουρανό. Και αρχίζει να χιονίζει. Η λειτουργία τελειώνει και όλοι μας κατευθυνόμαστε στις ζεστές εστίες μας. Πριν καλά καλά γυρίσουμε το έχει στρώσει. Χωνόμαστε γρήγορα μέσα στη θαλπωρή των κοιμισμένων σπιτιών. Εμείς κι οι άγγελοι μας

Ασπα Χαβιάρα εκπαιδευτικός 

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Η συντροφιά των Χριστουγέννων

 

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα καλικαντζαράκι πολύ διαφορετικό από τα άλλα, που το έλεγαν Έλφ. Δεν του άρεσε να κάνει σκανταλιές και να πειράζει τον κόσμο γύρω του. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που τα άλλα καλικαντζαράκια δεν το συμπαθούσαν και δεν έπαιζαν μαζί του. Ο Έλφ ήταν πολύ στεναχωρημένος καθώς πλησίαζαν Χριστούγεννα. Τα υπόλοιπα καλικαντζαράκια τον έκαναν όλο και περισσότερο πέρα τις γιορτινές αυτές μέρες, όμως ο Έλφ δεν ήθελε να αρχίσει να ενοχλεί τους ανθρώπους για να αποκτήσει φίλους.

Μια μέρα, καθώς περπατούσε στο δάσος, άκουσε κάποιον να κλαίει. Έψαξε να δει από πού ακούγεται το κλάμα αυτό και είδε ένα μικρό σκαντζοχοιράκι πίσω από έναν θάμνο, να κλαίει γοερά.

-Γιατί κλαις σκαντζοχοιράκι; το ρώτησε.



-Κλαίω επειδή τα αγκάθια μου δεν είναι πολύ μυτερά και δεν τσιμπάνε πολύ δυνατά. Τα άλλα σκαντζοχοιράκια δεν παίζουν μαζί μου γι’ αυτό το λόγο και με κοροϊδεύουν….

-Μη στεναχωριέσαι, ούτε εμένα με παίζουν οι φίλοι μου. Μπορούμε να κάνουμε παρέα οι δυο μας, είπε το καλικαντζαράκι. Θα ήθελες να περπατήσουμε μαζί στο δάσος;

Το σκαντζοχοιράκι σκούπισε τα μάτια του και έγνεψε καταφατικά.

Περπάτησαν αρκετή ώρα, ώσπου τους έπιασε το σούρουπο. Σε λίγο φάνηκε από μακριά ένα όμορφο σπίτι με πολύχρωμα χριστουγεννιάτικα φωτάκια και στολίδια! Πλησίασαν να το θαυμάσουν, όταν ξαφνικά άκουσαν αναφιλητά.

-Ποιος είναι αυτός που κλαίει; αναρωτήθηκαν φωναχτά οι δυο φίλοι.

Από το σκοτάδι ξεπρόβαλε ένα κίτρινο αστεράκι με πρησμένα ματάκια.

-Τι έχεις και κλαις αστεράκι; το ρώτησαν.

-Με πέταξαν έξω από το σπίτι, γιατί αγόρασαν ένα καινούριο και πιο μεγάλο άστρο για το δέντρο τους! είπε το αστεράκι


με παράπονο, και συνέχισε να δακρύζει.

-Μην κλαις, αστεράκι, του είπαν οι 2 φίλοι. Έλα μαζί μας, και μη σε νοιάζει που είσαι μικρό!

Το αστεράκι τους πλησίασε δειλά και σκούπισε τα ματάκια του. Οι τρεις νέοι φίλοι συνέχισαν να περπατάνε μαζί για πολλή ώρα. Μιλούσαν και τραγουδούσαν, και είχαν ξεχάσει εντελώς τα προβλήματά τους. Είχε αρχίσει όμως να νυχτώνει και να κάνει κρύο, και οι τρεις χρειάζονταν πλέον ένα καταφύγιο για να περάσουν τη νύχτα με ζεστασιά.

Στην άκρη ενός ξέφωτου πρόβαλε ένα μικρό καλυβάκι, και η παρέα πλησίασε πιο κοντά. Ήθελαν να χτυπήσουν την πόρτα και να ρωτήσουν αν θα μπορούσαν να περάσουν εκεί τη νύχτα τους. Στάθηκαν στο παράθυρο και κοίταξαν μέσα. Ένα μικρό κοριτσάκι προσπαθούσε να ζεσταθεί σε μια μισοσβησμένη φωτιά. Η φωτιά αργοέσβηνε, και το μικρό παιδάκι δε μπορούσε να την κρατήσει ζωντανή.

Οι 3 φίλοι αποφάσισαν να χτυπήσουν την πόρτα του. Το κορίτσι άνοιξε την πόρτα με απορία και αντίκρισε την παράξενη αυτή συντροφιά.

-Τι κάνετε μες το κρύο βραδιάτικα; τους ρώτησε. Ελάτε μέσα να ζεσταθείτε! Δυστυχώς δεν έχω τίποτα να σας προσφέρω για φαγητό, δεν έχω καθόλου χρήματα, μέχρι και το παλτό μου έχει μια μεγάλη
τρύπα... Μπορείτε όμως αν θέλετε να περάσατε εδώ το βράδυ σας, γιατί έξω κάνει πολύ κρύο.

Οι τρεις φίλοι μπήκαν μέσα και ευχαρίστησαν την νεαρή σπιτονοικοκυρά τους για τη χάρη που τους έκανε. Όταν το κοριτσάκι έπεσε για ύπνο, οι τρεις φίλοι προσπάθησαν να βρουν έναν τρόπο να του ανταποδώσουν την φιλοξενία.

-Μακάρι να μπορούσαμε να της βρίσκαμε ένα καινούριο παλτό! είπε το αστεράκι.

-Μπορεί να μην μπορούμε να της πάρουμε καινούριο, όμως εγώ ξέρω να ράβω, είπε ο καλικάντζαρος. Αν είχα μια βελόνα θα μπορούσα να κλείσω την τρύπα στο παλτό της.

-Έχω μια ιδέα, είπε ο σκαντζόχοιρος, και έβγαλε από την ράχη του ένα μικρό αγκαθάκι. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτό, είπε, και το έδωσε στον Ελφ.

Μέσα σε δυο λεπτά το καλικαντζαράκι ξήλωσε λίγη κλωστή από το ρούχο του και έραψε στο πι και φι την τρύπα που είχε το παλτουδάκι της μικρής κοπέλας.

-Ωραία! είπε, όμως έχει μείνει ένα πολύ άσχημο σημάδι. Μακάρι να είχα ένα όμορφο στολίδι για να το κρύψω!

       Το αστεράκι τότε πετάχτηκε με χαρά! Πήδηξε με δύναμη πάνω στο παλτό και ρώτησε:

-Πώς σας φαίνομαι εδώ πάνω;

-Το παλτό είναι πολύ όμορφο με σένα επάνω! είπαν ο καλικάντζαρος και ο σκαντζόχοιρος με μια φωνή!

Την άλλη μέρα το πρωί το παιδάκι ξύπνησε και βρήκε το παλτουδάκι του ραμμένο και στολισμένο με ένα όμορφο λαμπερό αστεράκι!

-Τι όμορφο που έγινε το παλτό μου, είπε το κορίτσι! Ευχαριστώ πάρα πολύ, φίλοι μου!

Το φόρεσε και βγήκε τρέχοντας στο δάσος να φέρει ξύλα για να ανάψουν τη φωτιά να ζεσταθούν.

Από τότε οι τρεις φίλοι έμειναν μαζί με το κορίτσι στο καλυβάκι στο δάσος και έγιναν αχώριστοι! Τα Χριστούγεννα αυτά ήταν τα ωραιότερα που είχανε ζήσει μέχρι τότε!

Δέσποινα Σαριγιαννακη εκπαιδευτικός

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

Ο γερό ζωγράφος των Χριστουγέννων και τα δυο καλικατζαρακια.

 ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας γέρος  ζωγράφος που είχε πρόβλημα υγείας τόσο  στα χέρια όσο και στην όραση του..

Ήταν πολύ μεγάλος σε  ηλικία. Και επειδή δεν μπορούσε να ζωγραφίσει, έπεσε σε μεγάλη φτώχεια. Έτσι δεν τού 'μεινε πια τίποτα παρά μονάχα ένας καμβάς, κάτι ξερά πινέλα και λίγα χρώματα .

Ήταν σε απόγνωση... Κάθισε λοιπόν όλο το βράδυ, έψαξε τα υλικά του, τα ξεκαθάρισε. Ήθελε το πρωί  να ξυπνήσει  και να ζωγραφίσει παρόλο την άσχημη υγεία του. Δεν  πήγαινε άλλο η φτώχεια του!

Έπρεπε οπωσδήποτε να βρει χρήματα, για να γεμίσει το ψυγείο του, να πάρει ξύλα για το τζάκι. Ο χειμώνας είχε φτάσει για τα καλά.

Έπεσε  στο κρεβάτι του να κοιμηθεί σκεπτικός... Λίγο πριν κοιμηθεί έκανε μια ευχή… να γίνει ένα θαύμα...ότι και να ήταν αυτό...

Την άλλη μέρα, αφού ξύπνησε, έπλυνε το πρόσωπο του και  ετοιμάστηκε να καθίσει στο καβαλέτο του. Ίσως μπορούσε παρά τον πόνο που είχε στα χέρια να ζωγραφίσει .

Τι να δει όμως; Ο  πίνακας  ήταν έτοιμος, ζωγραφισμένος και στολισμένος πάνω στο καβαλέτο του! Το πήρε στα χέρια του για να το δει από κοντά. Ήθελε να δει προσεκτικά, τι είχε πάνω.  Είδε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο τοποθετημένο  δίπλα σε ένα αναμμένο τζάκι . Το δέντρο ήταν  πολύ όμορφα στολισμένο, με λαμπάκια που ήταν αστραφτερά, ένα αστέρι στην κορυφή , λες και τα 'χε ζωγραφίσει ο πιο γνωστός ζωγράφος του κόσμου.

Με κάποιον μαγικό τρόπο το έμαθαν όλοι στην γειτονιά και ξεκίνησαν τα τηλέφωνα και οι παραγγελίες. Όλοι  ήθελαν έναν πίνακα από αυτόν τον ζωγράφο με θέμα τα Χριστούγεννα.

Μάλιστα ένας γνωστός συλλέκτης έργων τέχνης ήθελε κι εκείνος ένα έργο δικό του, ένα χριστουγεννιάτικο πίνακα. Θα πλήρωνε όσο όσο για να το αγοράσει..

Έτσι λοιπόν ο ζωγράφος πουλώντας εκείνον τον μαγικό πίνακα, που βρέθηκε μπροστά του, έβγαλε τα πρώτα του χρήματα… Έτρεξε λοιπόν και αγόρασε τα απαραίτητα  υλικά και τις μπογιές, για να ετοιμάσει τις παραγγελίες που του είχαν ζητήσει.

Αγόρασε πολλούς καμβάδες  για να ξεκινήσει πάλι να κάνει ότι αγαπούσε περισσότερο.

Γέμισε με δύναμη και όρεξη για δουλειά αλλά και με αισιοδοξία!!!

Όλη μέρα και όλη νύχτα ζωγράφιζε, σταμάτησαν να πονάνε τα χέρια του και άρχισε να βλέπει καθαρά!!! Μαγικό! Σκέφτηκε ότι ήρθε το θαύμα που περίμενε!!

Βιαζόταν πολύ...ήθελε να  τελειώσει, να τα 'χει έτοιμα τις γιορτές , για να μπορεί να τα πουλήσει.

Δεν χρειάστηκε: όταν ξύπνησε, βρήκε πάλι πίνακες έτοιμους. Οι πελάτες δεν άργησαν να 'ρθουν.  Άρχισαν απανωτά τα τηλέφωνα  κι αυτή τη φορά ο ζωγράφος  πήρε αρκετά χρήματα και αγόρασε ακόμα πιο πολλά υλικά, πινέλα και καμβάδες.

Την άλλη μέρα  βρήκε πάλι τους πίνακες έτοιμους. Το ίδιο έγινε και την επόμενη και την επόμενη: όσα υλικά και πίνακες έβγαζε αποβραδίς, τους έβρισκε  έτοιμους την άλλη μέρα.  Ώσπου έγινε πλούσιος. Μπορούσε πια να αγοράσει ότι επιθυμούσε...

Αγόρασε και για άλλους ανθρώπους πράγματα, που είχαν οικονομικά προβλήματα...

Ένα βράδυ, λίγο πριν απ ' τα Χριστούγεννα, την ώρα που τέλειωσε την ζωγραφική  του κι ετοιμάστηκε να πάει για ύπνο, είπε στη γυναίκα του: «Τι θα 'λεγες να μείνουμε ξύπνιοι αυτή τη νύχτα, να δούμε ποιος κάνει όλη αυτή τη δουλειά για να μπορώ να ξεκουράζομαι, αφού είμαι μεγάλος σε ηλικία;; θέλω να τον ευχαριστήσω! 

Η γυναίκα του συμφώνησε ,άναψε ένα μικρό πορτατίφ  για να βλέπουν στο σκοτάδι, αφού  τα φώτα ήταν κλειστά μέσα στο δωμάτιο και κρύφτηκαν πίσω από την πόρτα του δωματίου ,όπου ήταν εκεί  το εργαστήριο του..

Κράτησαν τα μάτια τους ανοιχτά,  για να μην κοιμηθούν και την ανάσα τους, για να μην τους ακούσουν!!

Όταν πήγε 12 τα μεσάνυχτα, ξαφνικά εμφανίστηκαν δυο μικρούλια χωρίς ρούχα καλικαντζαράκια, κάθισαν στο καβαλέτο του ζωγράφου, πήραν χρώματα και πινέλα κι άρχισαν να ζωγραφίζουν τόσο γρήγορα κι επιδέξια με τα μικροσκοπικά τους δαχτυλάκια. που ο ζωγράφος έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα απ’ την κατάπληξη και το θαυμασμό.

Τα δυο καλικαντζαράκια δεν σταμάτησαν, ώσπου τελείωσαν  όλα τα υλικά . Όταν τελείωσαν έδωσαν ένα σάλτο κι έφυγαν από το παράθυρο , όπως είχαν έρθει.

Την άλλη μέρα το πρωί η γυναίκα είπε στον ζωγράφο: «Τα δυο καλικαντζαράκια μάς έκαναν πλούσιους. Πρέπει να τους δείξουμε την ευγνωμοσύνη μας. Έτσι  χωρίς ρούχα που τριγυρνάνε, θα κρυώσουν..είναι και τόσο αδυνατούλια...Έχω μια ιδέα: Θα τους ράψω και θα τους ζωγραφίσεις πάνω στα μπλουζάκια όμορφα χριστουγεννιάτικα σχέδια. Θα  τους δώσουμε  παντελονάκια και γιλεκάκια και θα τους πλέξω κι από ένα ζευγάρι ριγέ καλτσούλες.  Θα  βρούμε και όμορφα παπουτσάκια.  Τρέξε γρήγορα σε ένα ζαχαροπλαστείο να τους πάρεις καλούδια...Όπως ζαχαρωτά και χριστουγεννιάτικα γλυκίσματα..

Ο ζωγράφος  δεν περίμενε να του το πει δεύτερη φορά. Έφυγε τρέχοντας να πάει να τα ψωνίσει  και ως το βράδυ είχαν τελειώσει ότι είχαν βάλει στο μυαλό τους.

Εκείνη την νύχτα αντί ν' αφήσει στο καβαλέτο  του καμβάδες, χρώματα και πινέλα , όπως πάντα, τον στόλισαν με τα δωράκια τους  και με τα γλυκίσματα.

 

Ύστερα κρύφτηκαν, να δουν τι θα γίνει.

Στις 12 τα μεσάνυχτα ήρθαν πάλι τα δυο καλικαντζαράκια κι ετοιμάστηκαν για να ζωγραφίσουν. Αλλά υλικά δεν βρήκαν. Έψαξαν από δω..έψαξαν από κει ...και τα μάτια τους έλαμψαν από χαρά,  όταν είδαν τα σακουλάκια με τα γλυκά αλλά και  τα μικροσκοπικά ρουχαλάκια, τις κάλτσες και τα παπουτσάκια.

Απόρησαν στην αρχή, έπειτα όμως δεν ήξεραν τι να κάνουν απ’ τη χαρά τους. Ήταν όλα τόσο όμορφα . Χορεύοντας και γελώντας ντύθηκαν, κι όλο καμάρι πηδούσαν και τραγουδούσαν τα κάλαντα και ότι άλλο χριστουγεννιάτικο τραγούδι ήξεραν!!!

Στριφογύριζαν στο εργαστήριο με χάρη και καμάρι, πηδούσαν πάνω στις καρέκλες και στα τραπέζια, σκαρφάλωναν στο καβαλέτο και έπαιζαν με τα πινέλα με κέφι και χαρά σκορπίζοντας παντού χρώματα και τρώγοντας τα γλυκά .

Στο τέλος έφυγαν με πασαλειμμένη από άχνη ζάχαρη τα πρόσωπα τους και χορεύοντας πάντα, βγήκαν απ’ την πόρτα παίζοντας κουραμπιεδοπόλεμο στον δρόμο και δεν ξαναγύρισαν πίσω ποτέ πια.

Ο γέρος ζωγράφος έμεινε στην ιστορία ως ο ζωγράφος  των Χριστουγέννων και μαζί με την γυναίκα του ζήσανε αυτοί  καλά κι εμείς καλύτερα!

Καλά Χριστούγεννα!

 Από την φίλη μας Ειρήνη Ανδρούτσου  εικαστικό και αρθρογράφο στο bestnews  (ένα παραμύθι, το οποίο  είναι  διασκευή από το κλασικό παραμύθι τα καλικατζαράκια)

Υ.Γ Μην ξεχνάτε να κάνετε like στην σελίδα μας και να κοινοποιήσετε το άρθρο ε!!

Share:

ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ

> Ελπίζουμε να βασιστούμε σε πιστούς αναγνώστες και όχι σε ακανόνιστες διαφημίσεις. Ευχαριστώ!

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Blog Archive

Recent Posts