Βγες έξω, γιαγιά… Συλλαμβάνεσαι! είχε ζωστεί με την ποδιά της παράδοσης...

Άκουγε τα κάλαντα φέτος από το ραδιόφωνο. Από την κουζίνα που ήταν το απόλυτο βασίλειό της. 

Παραμονή μιας διαφορετικής Πρωτοχρονιάς. 

Είχε αφήσει πίσω αρθριτικά και πόνους, είχε ζωστεί με την ποδιά της παράδοσης και σιγοτραγουδούσε κάλαντα και αμανέδες.

Μυσταγωγία γιορτινή. Κι οι νότες από το μαραμένο στόμα της έβγαιναν γλυκές και παραπονεμένες… Λιγωμένες από τα σιρόπια, τη μαστίχα, το μαχλέπι, το κύμινο, την κανέλα.

Γιατί ο νους και η καρδιά γύριζαν πίσω στις ξεχασμένες πατρίδες που τέτοιες μέρες ζωντάνευαν μέσα από θύμησες, πρόσωπα, γιορτινά τραπέζια, ανταμώματα και μοσχοβολιές.

Σήμερα θα μ’ αφήσετε να μαγειρέψω εγώ… Λίγοι αλλά καλοί θα είμαστε το βράδυ, να φάμε τα φαγητά τα δικά μας, τα πολίτικα, τζάνουμ, να θυμηθούμε τις ρίζες μας, είπε στην κόρη της.

Η κόρη την κοίταξε με ένα ύφος μεταξύ χαμολεγου και απορίας

Μέχρι το βράδυ το τραπέζι ήταν έτοιμο, στρωμένο όπως τότε, όπως μολογούσε η δική της μάνα. Πάνω στο άσπρο λινό τραπεζομάντηλο με τις κεντημένες πετσέτες άστραφταν τα ασημένια μαχαιροπήρουνα και τα κρυστάλλινα ποτήρια.
 Και στη μέση απλωμένες οι πορσελάνινες πιατέλες με τα εδέσματα. Μοσχοβολούσαν τα ντολμαδάκια, το τας κεμπάπ με το ρύζι και το κουκουνάρι, η τηγανιά, ο κόκορας ο κοκκινιστός.

Στην απέναντι πλευρά πάνω στον σκαλιστό μπουφέξεχείλιζαν οι ζωγραφισμένες φαγιάντσες από το εκμέκ κανταΐφι, τους κουραμπιέδες, τον μπακλαβά, το καζάν ντιπί. 
Και στη μέση του δέσποζε η βασιλόπιτα με τον δικέφαλο αητό, στολισμένη με ζαχαρωμένες γιρλάντες.
Να μην ξεχάσουμε ένα ρόδι, να το βάλουμε στο τραπέζι για να το σπάσουμε αύριο μετά την εκκλησία. Για το καλό, έκανε η γιαγιά.

Μάνα, φέτος δεν μπορούμε να πάμε εκκλησία, οι απαγορεύσεις είναι για όλους. Άντε, άναψε τα φώτα και πήγαινε να ντυθείς. Και κοίτα, βάλε το καλό σου βελούδινο φόρεμα και τα μαύρα τα γοβάκια. Α, και μην ξεχάσεις, στην άκρη του τραπεζιού βάλε και το αντισηπτικό, της θύμισε η κόρη της.

Αυτό της χάλαγε την ατμόσφαιρα. Άκου αντισηπτικό δίπλα στα καλούδια τα ευωδιαστά που μαγείρευε δυο μέρες! Αλλά «ας όψεται η παλιοκατάσταση», μουρμούρισε μέσα από τη μασέλα της.

Στις εννιά ακριβώς χτύπησαν οι διπλανοί τους το κουδούνι. «Χρόνια πολλά και του χρόνου καλύτερα»! Μπήκαν στο σαλόνι κρατώντας αποστάσεις, χωρίς χειραψίες, φιλιά κι αγκαλιάσματα. 
Ευχές «στην ψύχρα», που έλεγε κι η γιαγιά. Κάθισαν χαρούμενοι στο τραπέζι κι έβαλαν κρασί να τσουγκρίσουν. Από εκείνο το ροζέ, το ημίγλυκο που ανάσταινε και αποθαμένους. Δεν είχαν προλάβει να δοκιμάσουν τους ντολμάδες, όταν χτύπησε το κουδούνι. «Η αστυνομία», είπε ο πατέρας σιγά, κοιτώντας από το ματάκι και μέτρησε κεφάλια.

-Γρήγορα, γιαγιά, στην αποθήκη, είμαστε δέκα νοματαίοι, θα μας γράψουν με πρόστιμο.

Την έκλεισαν στο δωματιάκι που μύριζε σκόρδα, απορρυπαντικά, λάδι. «Εγώ, που τους μαγείρευα όλη μέρα…», είπε και την πήρε το παράπονο. «Αλλά καλύτερα, είναι κι ευκαιρία να βγάλω τα γοβάκια που με χτυπάνε και να βάλω τις παντόφλες μου».

-Χρόνια πολλά σας, μία αυτοψία κάνουμε για το καλό, είπαν ευγενικά οι δύο αστυνομικοί. Μετά από λίγο έκαναν να φύγουν.

-Μια στιγμή, είπε ο νεότερος. Στο τραπέζι υπάρχει ένα σερβίτσιο που περισσεύει. Μήπως κρύβετε κανέναν;

-Κανέναν αγαπητέ μου… είναι για τον Άη-Βασίλη, είπε ο οικοδεσπότης ετοιμόλογα. Καλή χρονιά να έχετε, τους ευχήθηκε και τους ξεπροβόδισε.

Η γιαγιά σε λίγο έβγαλε το κεφάλι της από την αποθήκη και ξανακάθισε στο τραπέζι μουτρωμένη. Κι ενώ έπεσαν όλοι με τα μούτρα στο ψητό, εκείνη έσβησε το παράπονό της μέσα στο κρασί. Και όταν η γλώσσα της λύθηκε, γύρισε πίσω, σε εκείνον τον χαμένο παράδεισο…

«Τέτοιο βράδυ», έλεγε η μάνα μου, «στο σπίτι μας ήταν καλεσμένος όλος ο αρχοντομαχαλάς. Οι άντρες ντυμένοι με τα επίσημά τους και το ρολόι το χρυσό που κρέμονταν πάντα από την αλυσίδα. Και οι γυναίκες ντυμένες με τα φορέματα τα μεταξωτά, τις δαντέλες και τα γοβάκια τα πλουμιστά. Το τραπέζι μας πλούσιο, πέρα ως πέρα γεμάτο με όλα τα καλά. Κι ύστερα, αφού τρώγαμε, αρχίζαμε τα τραγούδια… Το γλέντι κρατούσε μέχρι πρωίας.
Χρόνια μετά τον ξεριζωμό, όταν οι γονείς μου ήρθαν πρόσφυγες εδώ, εγώ το έσκαγα από το κρεβάτι, μετά τις δώδεκα που άλλαζε ο χρόνος κι έμπαινα κρυφά κάτω απ’ το τραπέζι για να ακούω τις περιπέτειεςτης οικογένειας. 
Ιστορίες που με αποκοίμιζαν γλυκά και με έκαναν να ονειρεύομαι. Στον τόπο εκείνον που είχαν ζήσει τόσο όμορφα αλλά είχαν υποφέρει και τόσο…».

Από τα υγραμένα μάτια της κύλησε ένα δάκρυ. Κι από τα χείλη της βγήκε ένας καρσιλαμάς κι ένας καημός βαθύς…

«Από ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό, ήρθ’ ένα κορίτσι φως μου δώδεκα χρονών…». Η φωνή της έσπαζε κάθε τόσο, όταν το μεράκι αντάμωνε με έρωτες λησμονημένους από την αχλή του χρόνου…

… «Εμένα δε με μέλλει, πως αγαπάς αλλού/ φοβούμαι μη σου πάρουν τη γνώμη και το νου…/Κι από λίγο, λίγο, κι από λίγο λίγο γίνεται πολύ…».

Και δος του κρασί και δος του μεζέδες. Ώσπου η γιαγιά η λεβέντισσα μεράκλωσε κι ήρθε στο τσακίρ κέφι.

-Άιντε όπλες! Και του χρόνου καλύτερα, φώναζε και τσούγκριζε το ποτήρι της.

-Σεμνά, μάνα, τη συγκράτησε η κόρη. Θα μας καταγγείλουν οι γείτονες, υπάρχουν αυστηρά μέτρα γι’ απόψε.

Δέκα λεπτά πριν μπει ο νέος χρόνος χαμήλωσαν τα φώτα. Κι εκεί απάνω στα κανταΐφια και στο καζάν ντιπί, ξαναχτύπησε το κουδούνι. Ο πατέρας πήγε ν’ ανοίξει ενοχλημένος:

-Μας κατήγγειλαν οι γείτονες ότι έχετε τρικούβερτο γλέντι απόψε… Ο κορονοϊός τρίβει τα χέρια του στο συνωστισμό, είπε με σοβαρότητα ο αστυνομικός.
Άνοιξαν τα φώτα και κοιτάχτηκαν όλοι μεταξύ τους. Η γιαγιά είχε εξαφανιστεί.

-Περάστε, αγαπητοί μου, να σας κεράσουμε, είμαστε νομοταγείς, η τηλεόραση έχει τα γιορτινά της απόψε…, τα μπάλωσε η κόρη.

-Ευχαριστούμε, αλλά έχουμε πολλή δουλειά ακόμα, είπε χαμογελώντας ο μεγαλύτερος κι έκαναν να φύγουν.

-Μια στιγμή, είπε πάλι ο μικρότερος, βλέπω κάτι περίεργο κάτω από το τραπέζι…

Κάτω από το άσπρο λινό τραπεζομάντηλο πρόβαλαν αραγμένα τα στρουμπουλά πόδια της γιαγιάς με τις καφέ τσόχινες παντόφλες. Η γιαγιά ανασηκώθηκε κι άρχισε να σιγοτραγουδά, σα να μη συμβαίνει τίποτα.

… «Χθες το βράδυ Χαρικλάκι, είχες πάλι τ’ οργανάκι/ και γλεντούσες μ’ έν’ αλάνι κάτω στο Πασαλιμάνι…».

Είχε σουρώσει για τα καλά.

-Βγες έξω, γιαγιά… Συλλαμβάνεσαι! Για παραπλάνηση της αρχής και για διασπορά του ιού γιατί τραγουδάς χωρίς μάσκα! της είπε αυστηρά ο αστυνομικός.

Απτόητη η γιαγιά. Δεν είχε χάσει ούτε στιγμή τη σπιρτάδα της.

-Δε μου λες κυρ αστυνόμε, πόσα άτομα είδες να κάθονται στο τραπέζι; Εννιά. 
Για τους αποκάτω δεν υπάρχει …νόμος! Άιντε, τζιέρι μου, ελάτε να σας κεράσω, μπαίνει ο καινούριος χρόνος.

Τι να πουν κι οι αστυνομικοί… Τρεμούλιασαν τα μουστάκια τους κάτω από τις παραδοσιακές μυρωδιές, γέλασαν μέχρι δακρύων με την καπατσοσύνη της Σμυρνιάς.

-Πες μας, γιαγιά, ένα τραγούδι ακόμα και σου χαρίζουμε και το πρόστιμο, έκαναν δήθεν αυστηρά.

Κι η γιαγιά συνέχισε το τραγούδι της …«Θα σπάσω κούπες, για τα λόγια που’ πες/ και ποτηράκια για τα πικρά λογάκια, ωχ αμάν, αμάν…». Ύστερα άνοιξε το παράθυρο να μπει ο νέος χρόνος,ενώ έξω έριχναν βαρελότα.

«Χρόνια πολλά, παιδιά μου, καλά μπερεκέτια με τη νέα χρονιά», τους ευχήθηκε και τους ξεπροβόδισε. «Καλή χρονιά!». Την πήραν ύστερα σηκωτή και την έβαλαν για ύπνο

Μαζί με Zωή Καλαφάτη και larissanet



Share:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ

> Ελπίζουμε να βασιστούμε σε πιστούς αναγνώστες και όχι σε ακανόνιστες διαφημίσεις. Ευχαριστώ!

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Ενημερωθήτε για νέες αναρτήσεις.

Blog Archive

Recent Posts