katarraktisvillage: φαγητό
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαγητό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαγητό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι κουζίνες χωρίς προβολείς...

 Γέμισαν τα τηλεοπτικά πλατό, κουζίνες. Υπερμοντερνες, με φωτεινά χρώματα, με λιγοστά, πάντα τακτοποιημένα αντικείμενα, Σαν να βγήκαν όλα τώρα από το κουτί! 

Σαν να είναι η κουζίνα ενός νιόπαντρου ζευγαριού... Αστράφτουν τα σκεύη από τούς προβολείς, οι παρουσιαστές ακτινοβολούν από χαρά γιατί σε λίγο θα έχουν έτοιμο φαγητό για το μεσημέρι χωρίς να μετράνε υλικά και ευρώ.

 Τί θέλει καί τά σκέφτεται όλα τούτα; Μια Γυναίκα, σε μια ανώνυμη κουζίνα; Εμβόλιμα της έρχονται στο μυαλό καί οι επιμελώς φωτογραφημένες μαγειρικές δημιουργίες από τό fb. Όλα έχουν γίνει εικόνα... Ούτε μια σκιά στην καρδιά, ούτε μια ρυτίδα στο πρόσωπο, ούτε μια αράχνη στο ταβάνι, ένας λεκές από σάλτσα στο πάτωμα,ούτε πιάτα που την περιμένουν υπομονετικά, ώρες να τα πλύνει.

 Εκεί στην μέση της κουζίνας της, ένιωθε, καιρό τώρα, σαν να βρέθηκε στην μέση μιας ερήμου... Τί είναι πραγματικότητα, τί είναι αντικατοπτρισμός;  

Είναι στα αλήθεια όλα τόσο παραμυθένια, όσο βλέπει στην τηλεόραση, στο διαδίκτυο; Καί πώς να μάθει άραγε ποτέ; Ποιός θα θελήσει να μάθει πώς νιώθει μια καθημερινή Γυναίκα; 

Όλοι έχουν πάρει τό δρόμο τους καί εκείνη έμεινε πίσω. Στην μοναξιά της κουζίνας! Ψάχνει τόν εαυτό της, ανάμεσα σε πιατικα, κουζινικα, όπως τα παιδιά της άρχιζαν να ανακαλύπτουν τόν κόσμο, χωμένα μέσα στα ντουλάπια, μόλις άρχιζαν να περπατούν... Τώρα τα παιδιά πήραν το δρόμο τους καί ψάχνει εκείνη το βηματισμό της... Ψάρια τηγανητά με πατάτες βραστές... Σιγά τώρα!

 Κανένα διαδικτυακό ενδιαφέρον! Άσε που μυρίζει ολάκερη ψαρίλα... Μαλλιά, χέρια.

Χαραμαδα χαράς, ότι είχε  σήμερα, μόνο για το σήμερα ξέρει, χρήματα για να ετοιμάσει φαγητό για την οικογένεια της. Σε εποχές που άλλοι δεν έχουν ζωή , σπίτι, κουζίνα, φαγητό... 

Ναι! Αυτή ήταν μια όαση στην έρημο της καρδιάς της. 

Οι βαριές σκέψεις την κύκλωσαν πάλι όταν στάθηκε μπροστά στον νεροχύτη... Κοιτούσε αδιάφορα έξω από το παράθυρο. Καί πάλι το βουνό με τα πιάτα... Μέσα στην σιωπή τής κουζίνας, είχε κλείσει τόν απορροφητήρα, άκουσε την καρδιά της. 

Δεν ήταν τό βουνό με τα άπλυτα πιάτα, τα ασιδερωτα ρούχα, που την είχαν πλακώσει. Πού δυσκόλευαν την ανάσα της. Τίποτα από αυτά!  Δεν είναι δα πια νιοφερτη στην κουζίνα... Είναι πού μέσα της νιώθει πως μακραίνει από τα όνειρα της νιότης... Για εναν κόσμο όπου θα μπορούσε να δώσει κάθε ικμάδα της ύπαρξης της, για να γίνει καλύτερος... Για να χορτάσουν Ψωμί, Όνειρο καί Ελπίδα όλα τα παιδιά. 

Μηχανικά, με κυκλικές κινήσεις, πλένει τα πιάτα, τα τσουκαλικα. Επίμονα καθαρίζει τα λίπη όπως θα ήθελε να καθαρίσει κάθε σκιά από τίς καρδιές όλων των ανθρώπων... Καί την δική της! 

Το φόβο για το αύριο, την πανδημία, την ανασφάλεια που γεννά, το άγχος για το αυριανο φαγητό, για τον βαρύ χειμώνα που έρχεται, την αδιάκοπη αναζήτηση του νοήματος της ζωής!

 Της πήρε ώρα. Μπορεί καί ώρες... Δεν ήταν τα λίπη που είχαν κολλήσει σε μαχαιροπήρουνα, τηγάνια... Όχι ήταν μια λύπη που σαν στάμπα είχε  σημαδέψει  την καρδιά της. Ούτε καν ένα αδιόρατο δάκρυ που κύλησε στο νεροχύτη δεν την λύτρωσε... Σε ποιόν να μιλούσε;  Η κουζίνα έχει πολλή μοναξιά! Στην πραγματική ζωή. Έχει εσωτερικές μάχες καί αναζητήσεις που μένουν κλεισμένες εκεί... Καμία τηλεοπτική κάμερα, καμία φωτογραφία στο διαδίκτυο...

Η Γυναίκα της Σιωπής. Της προσφοράς. Με τα ατημέλητα μαλλιά, τα καθημερινά ρούχα, με τα θλιμμένα μάτια. Δεν θα δείτε την φωτογραφία της σε κανένα περιοδικό. Σε καμία τηλεοπτική εκπομπή.

Τα δάκρυα της, και αυτά μετέωρα όπως η ζωή της, τα ρουφάει ο νεροχύτης ή τό μαξιλάρι...  Πρέπει να βιαστεί. Σε λίγο θα επιστρέψουν τα μέλη της οικογένειας. Πρέπει να φαίνεται ανέμελη καί χαρωπή! Καί αν, δεν είναι βέβαιο,αν  την ρωτήσουν πώς πέρασε την μέρα της, αν...

 Η απάντηση είναι έτοιμη " Μια χαρά!". Έχει προβαρει καί τό χαμόγελο. Για να γίνει πιο  πειστική.

Τον σεισμό της ψυχής της τον ένιωσε η κουζίνα. Τό πλακωμα του ταβανιού... Δεν είναι βέβαιη ότι τα λόγια που ψέλλισε " Δεν έχω δικαίωμα να λυγίσω", ακούστηκαν πέρα από τα λίγα τετραγωνικά του κόσμου της. Ήταν καί το πλυντήριο ρούχων που δούλευε... Μάλλον αυτό έφταιγε!

Αγαπάμε κ Ευγενία Μαρία Κώτη. 

Share:

Βγες έξω, γιαγιά… Συλλαμβάνεσαι! είχε ζωστεί με την ποδιά της παράδοσης...

Άκουγε τα κάλαντα φέτος από το ραδιόφωνο. Από την κουζίνα που ήταν το απόλυτο βασίλειό της. 

Παραμονή μιας διαφορετικής Πρωτοχρονιάς. 

Είχε αφήσει πίσω αρθριτικά και πόνους, είχε ζωστεί με την ποδιά της παράδοσης και σιγοτραγουδούσε κάλαντα και αμανέδες.

Μυσταγωγία γιορτινή. Κι οι νότες από το μαραμένο στόμα της έβγαιναν γλυκές και παραπονεμένες… Λιγωμένες από τα σιρόπια, τη μαστίχα, το μαχλέπι, το κύμινο, την κανέλα.

Γιατί ο νους και η καρδιά γύριζαν πίσω στις ξεχασμένες πατρίδες που τέτοιες μέρες ζωντάνευαν μέσα από θύμησες, πρόσωπα, γιορτινά τραπέζια, ανταμώματα και μοσχοβολιές.

Σήμερα θα μ’ αφήσετε να μαγειρέψω εγώ… Λίγοι αλλά καλοί θα είμαστε το βράδυ, να φάμε τα φαγητά τα δικά μας, τα πολίτικα, τζάνουμ, να θυμηθούμε τις ρίζες μας, είπε στην κόρη της.

Η κόρη την κοίταξε με ένα ύφος μεταξύ χαμολεγου και απορίας

Μέχρι το βράδυ το τραπέζι ήταν έτοιμο, στρωμένο όπως τότε, όπως μολογούσε η δική της μάνα. Πάνω στο άσπρο λινό τραπεζομάντηλο με τις κεντημένες πετσέτες άστραφταν τα ασημένια μαχαιροπήρουνα και τα κρυστάλλινα ποτήρια.
 Και στη μέση απλωμένες οι πορσελάνινες πιατέλες με τα εδέσματα. Μοσχοβολούσαν τα ντολμαδάκια, το τας κεμπάπ με το ρύζι και το κουκουνάρι, η τηγανιά, ο κόκορας ο κοκκινιστός.

Στην απέναντι πλευρά πάνω στον σκαλιστό μπουφέξεχείλιζαν οι ζωγραφισμένες φαγιάντσες από το εκμέκ κανταΐφι, τους κουραμπιέδες, τον μπακλαβά, το καζάν ντιπί. 
Και στη μέση του δέσποζε η βασιλόπιτα με τον δικέφαλο αητό, στολισμένη με ζαχαρωμένες γιρλάντες.
Να μην ξεχάσουμε ένα ρόδι, να το βάλουμε στο τραπέζι για να το σπάσουμε αύριο μετά την εκκλησία. Για το καλό, έκανε η γιαγιά.

Μάνα, φέτος δεν μπορούμε να πάμε εκκλησία, οι απαγορεύσεις είναι για όλους. Άντε, άναψε τα φώτα και πήγαινε να ντυθείς. Και κοίτα, βάλε το καλό σου βελούδινο φόρεμα και τα μαύρα τα γοβάκια. Α, και μην ξεχάσεις, στην άκρη του τραπεζιού βάλε και το αντισηπτικό, της θύμισε η κόρη της.

Αυτό της χάλαγε την ατμόσφαιρα. Άκου αντισηπτικό δίπλα στα καλούδια τα ευωδιαστά που μαγείρευε δυο μέρες! Αλλά «ας όψεται η παλιοκατάσταση», μουρμούρισε μέσα από τη μασέλα της.

Στις εννιά ακριβώς χτύπησαν οι διπλανοί τους το κουδούνι. «Χρόνια πολλά και του χρόνου καλύτερα»! Μπήκαν στο σαλόνι κρατώντας αποστάσεις, χωρίς χειραψίες, φιλιά κι αγκαλιάσματα. 
Ευχές «στην ψύχρα», που έλεγε κι η γιαγιά. Κάθισαν χαρούμενοι στο τραπέζι κι έβαλαν κρασί να τσουγκρίσουν. Από εκείνο το ροζέ, το ημίγλυκο που ανάσταινε και αποθαμένους. Δεν είχαν προλάβει να δοκιμάσουν τους ντολμάδες, όταν χτύπησε το κουδούνι. «Η αστυνομία», είπε ο πατέρας σιγά, κοιτώντας από το ματάκι και μέτρησε κεφάλια.

-Γρήγορα, γιαγιά, στην αποθήκη, είμαστε δέκα νοματαίοι, θα μας γράψουν με πρόστιμο.

Την έκλεισαν στο δωματιάκι που μύριζε σκόρδα, απορρυπαντικά, λάδι. «Εγώ, που τους μαγείρευα όλη μέρα…», είπε και την πήρε το παράπονο. «Αλλά καλύτερα, είναι κι ευκαιρία να βγάλω τα γοβάκια που με χτυπάνε και να βάλω τις παντόφλες μου».

-Χρόνια πολλά σας, μία αυτοψία κάνουμε για το καλό, είπαν ευγενικά οι δύο αστυνομικοί. Μετά από λίγο έκαναν να φύγουν.

-Μια στιγμή, είπε ο νεότερος. Στο τραπέζι υπάρχει ένα σερβίτσιο που περισσεύει. Μήπως κρύβετε κανέναν;

-Κανέναν αγαπητέ μου… είναι για τον Άη-Βασίλη, είπε ο οικοδεσπότης ετοιμόλογα. Καλή χρονιά να έχετε, τους ευχήθηκε και τους ξεπροβόδισε.

Η γιαγιά σε λίγο έβγαλε το κεφάλι της από την αποθήκη και ξανακάθισε στο τραπέζι μουτρωμένη. Κι ενώ έπεσαν όλοι με τα μούτρα στο ψητό, εκείνη έσβησε το παράπονό της μέσα στο κρασί. Και όταν η γλώσσα της λύθηκε, γύρισε πίσω, σε εκείνον τον χαμένο παράδεισο…

«Τέτοιο βράδυ», έλεγε η μάνα μου, «στο σπίτι μας ήταν καλεσμένος όλος ο αρχοντομαχαλάς. Οι άντρες ντυμένοι με τα επίσημά τους και το ρολόι το χρυσό που κρέμονταν πάντα από την αλυσίδα. Και οι γυναίκες ντυμένες με τα φορέματα τα μεταξωτά, τις δαντέλες και τα γοβάκια τα πλουμιστά. Το τραπέζι μας πλούσιο, πέρα ως πέρα γεμάτο με όλα τα καλά. Κι ύστερα, αφού τρώγαμε, αρχίζαμε τα τραγούδια… Το γλέντι κρατούσε μέχρι πρωίας.
Χρόνια μετά τον ξεριζωμό, όταν οι γονείς μου ήρθαν πρόσφυγες εδώ, εγώ το έσκαγα από το κρεβάτι, μετά τις δώδεκα που άλλαζε ο χρόνος κι έμπαινα κρυφά κάτω απ’ το τραπέζι για να ακούω τις περιπέτειεςτης οικογένειας. 
Ιστορίες που με αποκοίμιζαν γλυκά και με έκαναν να ονειρεύομαι. Στον τόπο εκείνον που είχαν ζήσει τόσο όμορφα αλλά είχαν υποφέρει και τόσο…».

Από τα υγραμένα μάτια της κύλησε ένα δάκρυ. Κι από τα χείλη της βγήκε ένας καρσιλαμάς κι ένας καημός βαθύς…

«Από ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό, ήρθ’ ένα κορίτσι φως μου δώδεκα χρονών…». Η φωνή της έσπαζε κάθε τόσο, όταν το μεράκι αντάμωνε με έρωτες λησμονημένους από την αχλή του χρόνου…

… «Εμένα δε με μέλλει, πως αγαπάς αλλού/ φοβούμαι μη σου πάρουν τη γνώμη και το νου…/Κι από λίγο, λίγο, κι από λίγο λίγο γίνεται πολύ…».

Και δος του κρασί και δος του μεζέδες. Ώσπου η γιαγιά η λεβέντισσα μεράκλωσε κι ήρθε στο τσακίρ κέφι.

-Άιντε όπλες! Και του χρόνου καλύτερα, φώναζε και τσούγκριζε το ποτήρι της.

-Σεμνά, μάνα, τη συγκράτησε η κόρη. Θα μας καταγγείλουν οι γείτονες, υπάρχουν αυστηρά μέτρα γι’ απόψε.

Δέκα λεπτά πριν μπει ο νέος χρόνος χαμήλωσαν τα φώτα. Κι εκεί απάνω στα κανταΐφια και στο καζάν ντιπί, ξαναχτύπησε το κουδούνι. Ο πατέρας πήγε ν’ ανοίξει ενοχλημένος:

-Μας κατήγγειλαν οι γείτονες ότι έχετε τρικούβερτο γλέντι απόψε… Ο κορονοϊός τρίβει τα χέρια του στο συνωστισμό, είπε με σοβαρότητα ο αστυνομικός.
Άνοιξαν τα φώτα και κοιτάχτηκαν όλοι μεταξύ τους. Η γιαγιά είχε εξαφανιστεί.

-Περάστε, αγαπητοί μου, να σας κεράσουμε, είμαστε νομοταγείς, η τηλεόραση έχει τα γιορτινά της απόψε…, τα μπάλωσε η κόρη.

-Ευχαριστούμε, αλλά έχουμε πολλή δουλειά ακόμα, είπε χαμογελώντας ο μεγαλύτερος κι έκαναν να φύγουν.

-Μια στιγμή, είπε πάλι ο μικρότερος, βλέπω κάτι περίεργο κάτω από το τραπέζι…

Κάτω από το άσπρο λινό τραπεζομάντηλο πρόβαλαν αραγμένα τα στρουμπουλά πόδια της γιαγιάς με τις καφέ τσόχινες παντόφλες. Η γιαγιά ανασηκώθηκε κι άρχισε να σιγοτραγουδά, σα να μη συμβαίνει τίποτα.

… «Χθες το βράδυ Χαρικλάκι, είχες πάλι τ’ οργανάκι/ και γλεντούσες μ’ έν’ αλάνι κάτω στο Πασαλιμάνι…».

Είχε σουρώσει για τα καλά.

-Βγες έξω, γιαγιά… Συλλαμβάνεσαι! Για παραπλάνηση της αρχής και για διασπορά του ιού γιατί τραγουδάς χωρίς μάσκα! της είπε αυστηρά ο αστυνομικός.

Απτόητη η γιαγιά. Δεν είχε χάσει ούτε στιγμή τη σπιρτάδα της.

-Δε μου λες κυρ αστυνόμε, πόσα άτομα είδες να κάθονται στο τραπέζι; Εννιά. 
Για τους αποκάτω δεν υπάρχει …νόμος! Άιντε, τζιέρι μου, ελάτε να σας κεράσω, μπαίνει ο καινούριος χρόνος.

Τι να πουν κι οι αστυνομικοί… Τρεμούλιασαν τα μουστάκια τους κάτω από τις παραδοσιακές μυρωδιές, γέλασαν μέχρι δακρύων με την καπατσοσύνη της Σμυρνιάς.

-Πες μας, γιαγιά, ένα τραγούδι ακόμα και σου χαρίζουμε και το πρόστιμο, έκαναν δήθεν αυστηρά.

Κι η γιαγιά συνέχισε το τραγούδι της …«Θα σπάσω κούπες, για τα λόγια που’ πες/ και ποτηράκια για τα πικρά λογάκια, ωχ αμάν, αμάν…». Ύστερα άνοιξε το παράθυρο να μπει ο νέος χρόνος,ενώ έξω έριχναν βαρελότα.

«Χρόνια πολλά, παιδιά μου, καλά μπερεκέτια με τη νέα χρονιά», τους ευχήθηκε και τους ξεπροβόδισε. «Καλή χρονιά!». Την πήραν ύστερα σηκωτή και την έβαλαν για ύπνο

Μαζί με Zωή Καλαφάτη και larissanet



Share:

Μέλι με μαστίχα Χίου και χρυσό 22 καρατιών


Το Ελληνικό μέλι με μαστίχα Χίου και χρυσό 22 καρατιών που βραβεύτηκε σε διεθνή έκθεση βιολογικών προϊόντων και κατέκτησε την πρώτη θέση!

 
Η Ελληνική γη και συγκεκριμένα η ελληνική βοτανολογία εδώ και χιλιάδες χρόνια έδινε πάντα την λύση σε δεκάδες προβλήματα του ανθρώπινου οργανισμού.


Είμαι από τους τυχερούς δηλαδή που το ένα προϊόν το έχω στο Νησί μου άφθονο ( Μαστίχα) , και το άλλο βέβαια ( χρυσό 22 καρατιών ) μου το έδωσε ο φίλος μου και φαρμακοποιός ο Δημήτρης Κοκκινάκης. Ο Γνωστός δρυΐδης των καραμελών dyo dyo!! Και μέλι από των παραγωγό της γειτονιά σας θα έλεγα εγώ, η του διπλανού χωριού για να μην λέτε ότι δεν έχει ο γείτονας...

 
Μία εταιρεία στην Μακεδονία ειδικεύεται σε συνδυασμούς και μίξεις βοτάνων και καρπών για την δημιουργία των πιο αποτελεσματικών υπερτραφών που δημιουργήθηκαν ποτέ με βασικό συστατικό το αγνό μέλι υψίστης ποιότητας.

Δυστυχώς στην Ελλάδα το καταναλωτικό κοινό αρέσκεται σε προϊόντα μαζικής παραγωγής τα οποία έχουν μεγάλες διαφημιστικές καμπάνιες, χωρίς να εξετάσει ποτέ αν τα οφέλη που προσφέρουν στον οργανισμό είναι ελάχιστα έως και ανύπαρκτα. 

Share:

Όταν οι bloger της Χίου γλύκαναν τα παιδιά του Καταρράκτη!!

Ευχάριστη έκπληξη για τους μαθητές του Δημοτικού σχολείου και Νηπιαγωγείο του Καταρράκτη ήταν η ανακοίνωση ότι θα έρθουν οι Chios Bloger να τους φτιάξουν κουλουράκια στο σχολείο!! 
Και  η καλύτερη τους που θα ήταν η μικρή Δώρα (Ένα γλυκό ταξίδι ξεκίνησε με πρώτη “νοστιμιά” το ΒΗΜΑ Gourmet και το βραβείο “BEST BAKING” στις αρχές του 2016.) που πριν λίγες μέρες παρακολούθησαν στην εκπομπή καν' το όπως ο Ακης !!

Σε συνεργασία o Αστέριος με το Katarraktisvillage η  Δώρα με το Pandora's Kitchen Ο Ηλίας με realchios και η Vanda με το afishcalledvanda   !!


Την ιδέα την έριξε το μπισκοτάκι μου (Δώρα) .


για να ευχαριστήσει τους αναγνώστες του katarraktisvillage που οι αναρτήσεις σε ότι αφορούσε το pandora's Kithcen χτύπησαν καμπανάκια!!
Άλλο που δεν θέλαμε και οι υπόλοιποι !!! Και έτσι σε συνεργασία με το σχολείο και τον Σύλλογο Γ&Κ. Δημοτικού & Νηπιαγωγείο Καταρράκτη, έγινε η υλοποίηση του, και τα παιδιά τα οποία 
Share:

ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ

> Ελπίζουμε να βασιστούμε σε πιστούς αναγνώστες και όχι σε ακανόνιστες διαφημίσεις. Ευχαριστώ!

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Blog Archive

Recent Posts