katarraktisvillage: χωριό
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χωριό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χωριό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μιλώντας με ένα οχτάχρονο για το Πάσχα! ( Αναμνήσεις )

Άστα πήγαμε στο χωριουδάκι της Μαμάς δεν ήξερα κανένα , δεν ήθελα να πάω...- 

Ευτυχώς τα δάκρυα στέγνωσαν γρήγορα κοντά στη μαμά και στον μπαμπά. Και μ’ άρεσε η εκκλησία έτσι μικρή που ήταν. Ούτε χώριζε κανείς τούς άντρες από τις γυναίκες. Κι ήταν γιομάτη γιαγιάδες και

παππούδες, που άκουγαν ευχαριστημένοι τον παπά που έψελνε. Κοντά του στέκονταν λίγοι άντρες κι έκαναν τους ψάλτες.

Εμείς καθόμασταν σε κάτι ψηλές και στενές καρέκλες, με πλάτη και χέρια, όλο ξύλο, που έμοιαζαν με κασετίνες.

Μπροστά μας ήταν ο Επιτάφιος γιομάτος λουλούδια. Και δίπλα του μερικά κορίτσια που τραγουδούσαν το «Αι γενεαί πάσαι…» και το Έρανον «τον τάφον …». Α, τα έλεγαν τόσο ωραία! Ακουγόταν η φωνή τής καθεμιάς ξεχωριστά! Σαν να τραγουδούσε μόνη της!

Κι ας έλεγε η μαμά έπειτα:

– Θεέ μου, τι παράφωνες οι μικρές!…

Εμένα μου άρεσαν.

Όπως μου άρεσε κι ο παπάς μας, που όλο με κοίταζε και μου χαμογελούσε. Και με χάιδευε κιόλας σαν περνούσε από κοντά μου. Και δε θύμωνε που πήγαινα ολοένα κι έπιανα τον Επιτάφιο. Ούτε όταν μύριζα τα λουλούδια. Ούτε όταν πήρα μερικά να χαρίσω στη μαμά. Ούτε όταν πήγα στα κορίτσια και τραγούδησα κι εγώ:

– Θ’ αναστηθεί ο Χριστούληηηης!

Ένα ξέρεις, ολότελα δικό μου τραγούδι. Μετά, οι άντρες που έκαναν τους ψάλτες σήκωσαν τον Επιτάφιο. Κι όταν ο παππούλης ζήτησε ένα νέο να σηκώσει το σταυρό, δεν πήγαινε κανένας. Δεν έβρισκαν νέο.

Εμένα δε μ’ άφηναν γιατί, λέει, ήμουνα μικρός. Κι ήταν έτοιμος να πάει ο μπαμπάς, αλλά στο τέλος κατέβασαν ένα αγόρι από την καμπάνα πάνω.

Ύστερα, βγήκαμε όλοι έξω. Μπροστά ο σταυρός, μετά ο Επιτάφιος, ο παππούλης, οι ψάλτες, τα κορίτσια και μετά όλοι εμείς. Κόλλησαν έπειτα πάνω στον Επιτάφιο πολλά κίτρινα μικρά κεριά και τ’ άναψαν.

Ανάψαμε κι εμείς τα δικά μας και ξεκινήσαμε για την «περιφορά». Δηλαδή, θα πηγαίναμε τον Επιτάφιο μια βόλτα στο χωριό. Έτσι είπε η μαμά, που τη ρώτησα.

Στο δρόμο περπατούσαμε αργά. Πρώτα, γιατί έτσι κάνουν στον Επιτάφιο. Έπειτα, γιατί οι περισσότεροι ήταν γέροι, και τέλος, γιατί έπρεπε να προσέχουμε και τόσα πράγματα: τις στρογγυλές πετρούλες, τα σκαλιά, τα μπαλκόνια…

– Κατεβάστε λίγο τον Επιτάφιο! Θα ρίξει το μπαλκόνι κάτω! έλεγε κι ο παππούλης σταματώντας λίγο το ψάλσιμο.

Αλλά αυτός είχε και να προσέχει και τα κεριά.

– Όχι τώρα το κερί, κυρα-Τασία! Μετά!

– Σε βλέπω, κυρα-Καλλιόπη! Άσε κάτω το κερί

Μετά την περιφορά θα πάρετε όλοι σας. Φτάνουν για όλους.

Τα ’λεγε σε μερικές γιαγιάδες που ήθελαν να πάρουν αγιασμένο, λέει, κερί από τον Επιτάφιο.

Αλλά δεν τις άρεσε να περιμένουν το μετά.

Κι ήταν παντού νύχτα. Κανένα παράθυρο δεν είχε φως. Κι αυτή η …πεθαμένη ησυχία…

– Πρόσεχε! θα με κάψεις! Τι κόλλησες έτσι πάνω μου! είπε η μαμά και μου πήρε το κερί.

Μ’ αγκάλιασε όμως.

Στο δρόμο σταματήσαμε τρεις φορές. Τότε ήταν που είπαμε τα τραγούδια των κοριτσιών. Το δικό μου τραγούδι δεν το ’ξερε κανένας.

Όταν φτάσαμε στην εκκλησία ξανά, οι ψάλτες σήκωσαν τον Επιτάφιο ψηλά πάνω από την πόρτα κι όλοι εμείς περάσαμε από κάτω. Να, όπως παίζουμε το «περνά περνά η μέλισσα ....ωραία ήταν!!

Share:

Οι κουζίνες χωρίς προβολείς...

 Γέμισαν τα τηλεοπτικά πλατό, κουζίνες. Υπερμοντερνες, με φωτεινά χρώματα, με λιγοστά, πάντα τακτοποιημένα αντικείμενα, Σαν να βγήκαν όλα τώρα από το κουτί! 

Σαν να είναι η κουζίνα ενός νιόπαντρου ζευγαριού... Αστράφτουν τα σκεύη από τούς προβολείς, οι παρουσιαστές ακτινοβολούν από χαρά γιατί σε λίγο θα έχουν έτοιμο φαγητό για το μεσημέρι χωρίς να μετράνε υλικά και ευρώ.

 Τί θέλει καί τά σκέφτεται όλα τούτα; Μια Γυναίκα, σε μια ανώνυμη κουζίνα; Εμβόλιμα της έρχονται στο μυαλό καί οι επιμελώς φωτογραφημένες μαγειρικές δημιουργίες από τό fb. Όλα έχουν γίνει εικόνα... Ούτε μια σκιά στην καρδιά, ούτε μια ρυτίδα στο πρόσωπο, ούτε μια αράχνη στο ταβάνι, ένας λεκές από σάλτσα στο πάτωμα,ούτε πιάτα που την περιμένουν υπομονετικά, ώρες να τα πλύνει.

 Εκεί στην μέση της κουζίνας της, ένιωθε, καιρό τώρα, σαν να βρέθηκε στην μέση μιας ερήμου... Τί είναι πραγματικότητα, τί είναι αντικατοπτρισμός;  

Είναι στα αλήθεια όλα τόσο παραμυθένια, όσο βλέπει στην τηλεόραση, στο διαδίκτυο; Καί πώς να μάθει άραγε ποτέ; Ποιός θα θελήσει να μάθει πώς νιώθει μια καθημερινή Γυναίκα; 

Όλοι έχουν πάρει τό δρόμο τους καί εκείνη έμεινε πίσω. Στην μοναξιά της κουζίνας! Ψάχνει τόν εαυτό της, ανάμεσα σε πιατικα, κουζινικα, όπως τα παιδιά της άρχιζαν να ανακαλύπτουν τόν κόσμο, χωμένα μέσα στα ντουλάπια, μόλις άρχιζαν να περπατούν... Τώρα τα παιδιά πήραν το δρόμο τους καί ψάχνει εκείνη το βηματισμό της... Ψάρια τηγανητά με πατάτες βραστές... Σιγά τώρα!

 Κανένα διαδικτυακό ενδιαφέρον! Άσε που μυρίζει ολάκερη ψαρίλα... Μαλλιά, χέρια.

Χαραμαδα χαράς, ότι είχε  σήμερα, μόνο για το σήμερα ξέρει, χρήματα για να ετοιμάσει φαγητό για την οικογένεια της. Σε εποχές που άλλοι δεν έχουν ζωή , σπίτι, κουζίνα, φαγητό... 

Ναι! Αυτή ήταν μια όαση στην έρημο της καρδιάς της. 

Οι βαριές σκέψεις την κύκλωσαν πάλι όταν στάθηκε μπροστά στον νεροχύτη... Κοιτούσε αδιάφορα έξω από το παράθυρο. Καί πάλι το βουνό με τα πιάτα... Μέσα στην σιωπή τής κουζίνας, είχε κλείσει τόν απορροφητήρα, άκουσε την καρδιά της. 

Δεν ήταν τό βουνό με τα άπλυτα πιάτα, τα ασιδερωτα ρούχα, που την είχαν πλακώσει. Πού δυσκόλευαν την ανάσα της. Τίποτα από αυτά!  Δεν είναι δα πια νιοφερτη στην κουζίνα... Είναι πού μέσα της νιώθει πως μακραίνει από τα όνειρα της νιότης... Για εναν κόσμο όπου θα μπορούσε να δώσει κάθε ικμάδα της ύπαρξης της, για να γίνει καλύτερος... Για να χορτάσουν Ψωμί, Όνειρο καί Ελπίδα όλα τα παιδιά. 

Μηχανικά, με κυκλικές κινήσεις, πλένει τα πιάτα, τα τσουκαλικα. Επίμονα καθαρίζει τα λίπη όπως θα ήθελε να καθαρίσει κάθε σκιά από τίς καρδιές όλων των ανθρώπων... Καί την δική της! 

Το φόβο για το αύριο, την πανδημία, την ανασφάλεια που γεννά, το άγχος για το αυριανο φαγητό, για τον βαρύ χειμώνα που έρχεται, την αδιάκοπη αναζήτηση του νοήματος της ζωής!

 Της πήρε ώρα. Μπορεί καί ώρες... Δεν ήταν τα λίπη που είχαν κολλήσει σε μαχαιροπήρουνα, τηγάνια... Όχι ήταν μια λύπη που σαν στάμπα είχε  σημαδέψει  την καρδιά της. Ούτε καν ένα αδιόρατο δάκρυ που κύλησε στο νεροχύτη δεν την λύτρωσε... Σε ποιόν να μιλούσε;  Η κουζίνα έχει πολλή μοναξιά! Στην πραγματική ζωή. Έχει εσωτερικές μάχες καί αναζητήσεις που μένουν κλεισμένες εκεί... Καμία τηλεοπτική κάμερα, καμία φωτογραφία στο διαδίκτυο...

Η Γυναίκα της Σιωπής. Της προσφοράς. Με τα ατημέλητα μαλλιά, τα καθημερινά ρούχα, με τα θλιμμένα μάτια. Δεν θα δείτε την φωτογραφία της σε κανένα περιοδικό. Σε καμία τηλεοπτική εκπομπή.

Τα δάκρυα της, και αυτά μετέωρα όπως η ζωή της, τα ρουφάει ο νεροχύτης ή τό μαξιλάρι...  Πρέπει να βιαστεί. Σε λίγο θα επιστρέψουν τα μέλη της οικογένειας. Πρέπει να φαίνεται ανέμελη καί χαρωπή! Καί αν, δεν είναι βέβαιο,αν  την ρωτήσουν πώς πέρασε την μέρα της, αν...

 Η απάντηση είναι έτοιμη " Μια χαρά!". Έχει προβαρει καί τό χαμόγελο. Για να γίνει πιο  πειστική.

Τον σεισμό της ψυχής της τον ένιωσε η κουζίνα. Τό πλακωμα του ταβανιού... Δεν είναι βέβαιη ότι τα λόγια που ψέλλισε " Δεν έχω δικαίωμα να λυγίσω", ακούστηκαν πέρα από τα λίγα τετραγωνικά του κόσμου της. Ήταν καί το πλυντήριο ρούχων που δούλευε... Μάλλον αυτό έφταιγε!

Αγαπάμε κ Ευγενία Μαρία Κώτη. 

Share:

Το χωριό μας όλοι το ψάχνουμε

Πολλοί φίλοι και γνωστοί τελευταία και ειδικά όλο αυτό τον καιρό που περάσαμε με κλεισούρα και με φόβο να αγκαλιάζουμε ο ένας τον άλλο και τα σχετικά που ζήσαμε και ελπίζω να τελειώσει εδώ.
έχουν την επιθυμία να πάνε στα χωριά τους !


Το μέρος που μεγάλωσες πάντοτε θα είναι το πιο αγαπημένο σου επειδή μέσα σε αυτό ζουν οι άνθρωποι που αγαπάς πιο πολύ. Εκείνο το μέρος το οποίο πάντοτε θα σου θυμίζει περασμένες -άσχημες ή όμορφες- στιγμές. Στιγμές που μέσα σε αυτό το περιβάλλον έζησες από μικρό παιδί, μεγάλωσες και έγινες ο άνθρωπος ο οποίος είσαι σήμερα.

Μπορεί να έφυγες κάποια στιγμή για σπουδές, για δουλειά, είτε για άλλους πιο προσωπικούς λόγους, όμως πάντα θα γυρνάς πίσω σε αυτό.
 Θα γυρνάς γιατί σε αυτό ανήκεις πραγματικά. Μπορεί κάποιες φορές να μην υποστηρίζεις αυτή την άποψη, όμως πάντα θα σας δένει κάτι πολύ σημαντικό.

Ίσως είναι μια λογική έλξη, ίσως είναι μοιραίο ή ίσως κάτι πιο συγκεκριμένο. Πάντοτε θα μετράς αντίστροφα τον χρόνο ώστε να πας πίσω σε αυτό. Πάντα θα το αποχωρίζεσαι με δάκρυα και ποτέ δε θα το λησμονείς. Θα το αναζητάς και θα σε αναζητάει. Όπως η Πηνελόπη περίμενε με τόση ανυπομονησία για χρόνια τον Οδυσσέα, έτσι και το πατρικό σου στο χωριό μένει εκεί να σε περιμένει.

Οι πιο αγαπημένοι σου φίλοι και συμμαθητές κάθε που γυρνάς είναι εκεί και σε περιμένουν πώς και πώς. Φίλοι παιδικοί και καρδιακοί που μαζί έχετε ζήσει τις πιο όμορφες στιγμές που έμειναν για πάντα χαραγμένες μέσα σας. 
Στιγμές αστείες, δύσκολες, με γέλια και κλάματα που δε θα τις αντάλλαζες με τίποτα στον κόσμο.
 Ίσα-ίσα που πολλές φορές τις αναπολείς και βουρκώνεις. 
Οι γονείς κι οι συγγενείς απ’ την άλλη, πάντα θα σε περιμένουν να γυρίσεις στο χωριό για να σε περιποιηθούν και να σε χορτάσουν όσο προλάβουν. Η αγάπη που δέχεσαι είναι απεριόριστη όπως κι αυτή που δίνεις.

Το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής σου κρύβεται σε αυτό το μέρος κι όχι εκεί που ζεις τώρα πια. Ό,τι αγαπάς βρίσκεται εκεί! Οι άνθρωποι, η θάλασσα, τα βουνά, τα γύρω χωριά, η γειτονιά, η πανέμορφη φύση με το καθαρό περιβάλλον και τον πιο φρέσκο αέρα. Το ηλιοβασίλεμα πάντα ήταν το αγαπημένο σου χρώμα και το πιο όμορφο το απολάμβανες στην παραλία παρέα με τα φιλαράκια.

Οι πλατείες και τα παραδοσιακά στενάκια που κάποτε έτρεχες, γελούσες κι έπαιζες μπάλα με τους φίλους, τώρα έχουν ερημώσει κι εσύ κάθε που γυρνάς, προσπαθείς να τους δώσεις λίγη ζωή. Γιατί πλέον η νεολαία δε βγαίνει έξω να παίξει, να γελάσει και να φωνάξει, αλλά αντίθετα μένει μέσα στο σπίτι παρέα με τα ηλεκτρονικά παιγνίδια για συντροφιά. Δυστυχώς κάποιες συνήθειες άλλαξαν όμως εσύ χαίρεσαι που έζησες τις πιο φυσιολογικές και τις πιο όμορφες εποχές.

Εκείνο το μέρος είναι μοναδικό για εσένα και πάντα θα είναι. Θα ανήκει στο πιο γραφικό μέρος της καρδιάς σου κι όποιες χώρες και πόλεις αν γυρίσεις, όσο πολιτισμό γνωστό κι άγνωστο αν γνωρίσεις, όσες φωτογραφίες κι αν τραβήξεις, όσο κόσμο κι αν συναντήσεις, πάντα το χωριό σου θα αναπολείς και πάντα αυτό θα αγαπάς περισσότερο. Όλη σου η ζωή κι οι θύμισες είναι αυτό. Όλες σου οι περιπέτειες είναι αυτό. Όλοι σου οι άνθρωποι είναι εκεί.

Υπάρχουν κι αυτές οι περίεργες ώρες και στιγμές στη ζωή σου που θέλεις να τα μαζέψεις όλα και να γυρίσεις πίσω, αλλά δυστυχώς δεν μπορείς. 
Πάντα θα προσπαθείς να βρεις λίγο κενό χρόνο, ένα Σαββατοκύριακο, έστω και μια ημέρα για να το επισκεφθείς. Πάντα θα επιθυμείς να γυρνάς σε αυτό και να νιώθεις όπως παλιά, να περπατάς στους αγαπημένους σου δρόμους και να εξερευνείς τοπία ξανά και ξανά. Ακόμη και χειμώνας να είναι εσύ πάντα θα θέλεις να βουτήξεις στη θάλασσα για να νοιώσεις λίγο καλοκαίρι από εκείνα τα περασμένα που σε σημάδεψαν.

Γυρνάς, αναπνέεις όσο περισσότερο αέρα μπορείς για να το χορτάσεις και ύστερα φεύγεις ξανά. Νοερά ή κι αληθινά.

Υ.Γ Αλλά είναι και αυτοί που τα καταφέρνουν και γυρίζουν, έτσι μια φίλη σήμερα το μεσημέρι μου είπε 30 χρόνια δουλειάς δεξιά και αριστερά ήρθα να ηρεμήσω!!
Share:

ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ

> Ελπίζουμε να βασιστούμε σε πιστούς αναγνώστες και όχι σε ακανόνιστες διαφημίσεις. Ευχαριστώ!

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Blog Archive

Recent Posts